Τις χαμηλότερες ασφαλιστικές εισφορές επιλέγει η μεγάλη πλειονότητα των ελεύθερων επαγγελματιών, καθώς η ακρίβεια, τα αυξημένα λειτουργικά έξοδα και οι φορολογικές υποχρεώσεις περιορίζουν τα περιθώρια για υψηλότερες μηνιαίες καταβολές.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, περίπου 650.000 ασφαλισμένοι έχουν ενταχθεί στις χαμηλότερες κατηγορίες του e-ΕΦΚΑ, ενώ 163.500 έχουν επιλέξει κατηγορία με υψηλότερες εισφορές. Στις έξι βασικές κατηγορίες, σχεδόν εννέα στους δέκα καταβάλλουν εισφορές πρώτης ή δεύτερης κατηγορίας.
Το σημερινό σύστημα εφαρμόζεται από το 2020, όταν οι εισφορές αποσυνδέθηκαν από το εισόδημα και επανήλθαν οι ασφαλιστικές κατηγορίες. Για πολλούς επαγγελματίες, η πρώτη κατηγορία αποτελεί τη μόνη οικονομικά διαχειρίσιμη επιλογή.
Για το 2026, η συνολική μηνιαία εισφορά για σύνταξη και υγειονομική περίθαλψη εκτιμάται ενδεικτικά σε 250,77 ευρώ στην πρώτη κατηγορία και σε 300,93 ευρώ στη δεύτερη. Από αυτά, τα 185,09 και 222,12 ευρώ αντίστοιχα αφορούν τον κλάδο κύριας σύνταξης.
Η επιλογή χαμηλής κατηγορίας μειώνει τις ασφαλιστέες αποδοχές πάνω στις οποίες υπολογίζεται το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης. Έτσι, όσο μικρότερες είναι οι εισφορές κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου, τόσο χαμηλότερο αναμένεται να είναι το τελικό ποσό.
Με 38 χρόνια ασφάλισης, η μεικτή σύνταξη υπολογίζεται ενδεικτικά σε περίπου 862 ευρώ για την πρώτη κατηγορία και σε 946 ευρώ για τη δεύτερη. Με 36 χρόνια, τα αντίστοιχα ποσά περιορίζονται σε περίπου 815 και 889 ευρώ.
Στην έκτη ασφαλιστική κατηγορία, οι εκτιμώμενες συντάξεις είναι αισθητά υψηλότερες: περίπου 1.788 ευρώ για 38 χρόνια ασφάλισης και 1.635 ευρώ για 36 χρόνια.
Η μετάβαση σε υψηλότερη κατηγορία κατά τα τελευταία χρόνια του εργασιακού βίου μπορεί να ενισχύσει το ανταποδοτικό μέρος της σύνταξης, χωρίς όμως να εξασφαλίζει το ίδιο όφελος για όλους.
Στον υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη το σύνολο των ετών ασφάλισης, οι εισφορές και οι ασφαλιστέες αποδοχές από το 2002 και μετά, τυχόν οφειλές και η δυνατότητα αναγνώρισης πλασματικών ετών.
Για τον λόγο αυτό, πριν από οποιαδήποτε αλλαγή κατηγορίας απαιτείται εξατομικευμένος υπολογισμός, ώστε να διαπιστωθεί αν το μελλοντικό όφελος δικαιολογεί την πρόσθετη επιβάρυνση.
Η χαμηλή ασφαλιστική κατηγορία προσφέρει οικονομική ανάσα στο παρόν, περιορίζει όμως σημαντικά τη μελλοντική σύνταξη, ιδιαίτερα για όσους δεν θα συμπληρώσουν 40 χρόνια ασφάλισης.





