Μεγάλες απώλειες – που μπορεί να αγγίξουν ακόμη και το 1,5 δισ. ευρώ – απειλούν να τινάξουν στον αέρα τους σχεδιασμούς των τραπεζιτών μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου για τον τρόπο υπολογισμού των τόκων στα δάνεια του Νόμου Κατσέλη. Το πλήγμα δεν είναι απλώς λογιστικό αλλά απειλεί να ανοίξει έναν νέο κύκλο απαιτήσεων, αναδρομικών διεκδικήσεων και σκληρών νομικών συγκρούσεων.
Και το ερώτημα που αιωρείται είναι απλό: θα είχαν αποφευχθεί όλα αυτά αν οι υπολογισμοί τραπεζιτών και servicers είχαν γίνει εξαρχής όπως όριζαν οι δικαστικές αποφάσεις; Οι ίδιες πηγές παραδέχονται πως αν είχε τηρηθεί κατά γράμμα το πνεύμα των δικαστικών κρίσεων, η «βόμβα» ίσως να μην είχε καν πυροδοτηθεί.
Eπιπλέον προκύπτει κι ένα θέμα πολιτικής και ηθικής τάξεως. Η ελληνική Δημοκρατία έδωσε στις τράπεζες και τις διοικήσεις τους – προκειμένου να τις βοηθήσει να απαλλαγούν από τα «κόκκινα» δάνεια – εγγυήσεις που σήμερα, μετά τόσα χρόνια πλειστηριασμών και ρευστοποιήσεων κόκκινων δανείων, ανέρχονται σε 17,3 δισ. ευρώ. Τώρα με την απόφαση του Αρείου Πάγου κινδυνεύει να καταπέσει μέρος των εγγυήσεων επειδή οι τράπεζες σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο δεν υπολόγιζαν σωστά τους τόκους των συγκεκριμένων δανείων. Αυτό είναι ένα οικονομικό βάρος των πολιτών ή των τραπεζών;
Υπενθυμίζεται ότι η Πολιτεία, μετά από έντονες πιέσεις του πιστωτικού συστήματος, προχώρησε σε ξεκαθάρισμα των πραγματικών από τις πλασματικές υποθέσεις του Νόμου, υποχρεώνοντας τους δανειολήπτες σε άμεση επικαιροποίηση στοιχείων. Τα «ξερά» διαχωρίστηκαν από τα «χλωρά» και ο αριθμός των δικαιούχων περιορίστηκε αισθητά.
Ωστόσο, παρά το ξεκαθάρισμα, τα συγκεκριμένα δάνεια – που αφορούσαν κατά ευάλωτα νοικοκυριά – δεν έτυχαν της προσοχής που θα ανέμενε κανείς. Και τώρα, το τίμημα της αμέλειας ενδέχεται να αποδειχθεί ιδιαίτερα βαρύ.





