«Μέτωπο» και στο ρεύμα φαίνεται πως ανοίγει για τα καλά η ενεργειακή κρίση, μετά την εκτίναξη των τιμών των καυσίμων. Είναι ενδεικτικό ότι οι χονδρεμπορικές τιμές ήδη σημειώνουν άλμα κατά 17% τον Αύγουστο και, ακόμη χειρότερα, τα οικονομικά σήματα για τους επόμενους μήνες προοιωνίζονται ακόμη μεγαλύτερη άνοδο μέχρι τουλάχιστον και τις αρχές του 2027.
Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση φαίνεται πως έχει στα σκαριά μέτρα στήριξης των καταναλωτών, ώστε να περιοριστεί όσο το δυνατόν περισσότερο η μετακύλιση των ανατιμήσεων στους τελικούς λογαριασμούς. Στήριξη την οποία «φωτογράφισε» ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, σε χθεσινή τηλεοπτική του συνέντευξη, μιλώντας για «κάποιες ενδιαφέρουσες εξελίξεις θετικές με το ηλεκτρικό ρεύμα», χωρίς ωστόσο να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.
Αξίζει να σημειωθεί ότι, τουλάχιστον προς ώρας, τα στελέχη της κυβέρνησης κρατούν κλειστά τα χαρτιά τους αναφορικά με το προς τα πού θα «δείχνουν» αυτές οι θετικές εξελίξεις, οι οποίες πιθανότατα θα ανακοινωθούν από τον ίδιο τον πρωθυπουργό στη ΔΕΘ. Έτσι, ελλείψει περισσότερων πληροφοριών, οι εκτιμήσεις στην αγορά κινούνται από παρεμβάσεις πυροσβεστικού χαρακτήρα, μέχρι μόνιμες διαρθρωτικές κινήσεις.
Πιέζονται τα κυμαινόμενα τιμολόγια
Σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά την τρέχουσα κατάσταση, η ελληνική αγορά κινείται σε σαφώς υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με τον Ιούλιο, αν και με αρκετά πιο περιορισμένες αυξήσεις σε σχέση με τις περισσότερες χώρες της ΕΕ, χάρις στις ΑΠΕ. Η τιμή χονδρικής κινείται έως και σήμερα, 25 Αυγούστου, στα 128,51 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, όταν στη Βουλγαρία διαμορφώνεται στα 140,61 ευρώ, στην Κροατία στα 151,41 ευρώ, στην Αυστρία στα 147,26 ευρώ και στη Γερμανία στα 129,49 ευρώ ανά Μεγαβατώρα.
Πρόκειται για τιμές που αναδεικνύουν το γεγονός ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει συνθήκες «τέλειας καταιγίδας» στο ρεύμα, λόγω του συνδυασμού της παρατεταμένης ξηρασίας που περιορίζει σημαντικό μέρος της διαθέσιμης πυρηνικής παραγωγής στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη, αλλά και των υψηλών θερμοκρασιών οι οποίες έχουν αυξήσει τη ζήτηση.
Την ίδια στιγμή, «σύμμαχος» των υψηλών τιμών είναι και το αυξημένο κόστος του αερίου, το οποίο χθες αυξήθηκε περισσότερο από 2% στα 67,5 ευρώ ανά MWh, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιανουάριο του 2023. Οι πιέσεις συνδέονται με την αβεβαιότητα γύρω από τις ενεργειακές ροές από τη Μέση Ανατολή, τις περιορισμένες παραδόσεις LNG από το Κατάρ και τις ανησυχίες για την επάρκεια των αποθεμάτων ενόψει του χειμώνα.
Οι παραπάνω συνθήκες δημιουργούν τις προοπτικές για ενίσχυση των πράσινων τιμολογίων τον Σεπτέμβριο, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο να διακοπεί η απορρόφηση των ανατιμήσεων από τους περισσότερους προμηθευτές, όπως έγινε τους προηγούμενους μήνες. Επομένως, είναι πολύ πιθανό τον επόμενο μήνα η μέση χρέωση να ξεπεράσει τα 15 λεπτά ανά κιλοβατώρα, δηλαδή το όριο που έχει θέσει η κυβέρνηση για να επέμβει.
Έτσι, μερίδα της αγοράς εκτιμά ότι οι «θετικές εξελίξεις» αφορούν την εκ νέου ενεργοποίηση των επιδοτήσεων. Μάλιστα, σύμφωνα με τα ίδια στελέχη, ενδεχομένως η ενεργοποίηση αυτή να συνοδεύεται από τη δημιουργία ενός μόνιμου μηχανισμού, ο οποίος θα τίθεται αυτόματα σε ισχύ όποτε οι τιμές παίρνουν την άγουσα.
Τα προθεσμιακά «βλέπουν» ακριβότερο ρεύμα
Ο αντίλογος είναι πως τα οικονομικά «σήματα» είναι ακόμη πιο απαισιόδοξα για τους επόμενους μήνες, γεγονός το οποίο για να αντιμετωπιστεί θα χρειαστούν πιο διαρθρωτικές παρεμβάσεις από τις επιδοτήσεις. Τα «σήματα» αυτά ξεκινούν από τα προθεσμιακά συμβόλαια ηλεκτρικής ενέργειας, τα οποία «τοποθετούν» την ελληνική χονδρεμπορική αγορά πάνω από τα 135 ευρώ ανά Μεγαβατώρα το επόμενο δίμηνο, εκτιμώντας για τη συνέχεια και μέχρι τον Φεβρουάριο ακόμη «υψηλότερες πτήσεις», πάνω από τα 150 ευρώ ανά Μεγαβατώρα.
Μάλιστα, στην πραγματικότητα οι εκτιμήσεις αυτές είναι πιθανόν να αποδειχθούν συντηρητικές, αν επαληθευτούν προβλέψεις ότι θα «πάρει φωτιά» το φυσικό αέριο – η οποία θα μεταδοθεί και στον ηλεκτρισμό. Μόλις χθες, ανάλυση της Goldman Sachs προέβλεψε ότι οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη τον Δεκέμβριο ενδέχεται να κινηθούν πάνω από τα 100 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, εφόσον οι διαταραχές στις ενεργειακές ροές από τη Μέση Ανατολή παραταθούν, ώστε να εξασφαλιστεί επαρκής αναπλήρωση των αποθεμάτων ενόψει του χειμώνα.
Πρόκειται για μία «επίδοση» που θα επανέφερε την Ευρώπη στα δεδομένα της κρίσης του 2022. Δεδομένα που είχαν οδηγήσει και την ελληνική χονδρική αγορά ηλεκτρισμού σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα καθ’ όλη τη διάρκεια εκείνης της περιόδου, με μηνιαίες μέσες τιμές πάνω από τα 200 ευρώ ανά MWh για όλο το 2022. Μόλις τον Ιανουάριο του 2023, η μέση τιμή είχε υποχωρήσει στα 193,5 ευρώ ανά MWh.
Σε ένα τοπίο όπως το παραπάνω, για να αποσοβηθούν οι επιπτώσεις της στους λογαριασμούς, θα πρέπει να υπάρξουν δομικές παρεμβάσεις. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, πάντως, παράγοντες της αγοράς εκτιμούν πως δεν αναμένεται να υπάρξουν ακραίες παρεμβάσεις, όπως μέτρα για την παράκαμψη της φόρμουλας τιμολόγησης του Target Model. Αντίθετα, αναμένεται μία δέσμη κινήσεων, κάθε μία από τις οποίες θα παίξει, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, τον ρόλο του αναχώματος στις ανατιμήσεις.
Εξάλλου, μία τέτοια παρέμβαση βρίσκεται ήδη στα σκαριά, καθώς ήδη δρομολογείται η αξιοποίηση της μείωσης των ρευματοκλοπών, για τον περιορισμό ενός από τα «κρυφά» κόστη που αυτές έχουν στους λογαριασμούς ρεύματος. Έτσι, δρομολογείται από τη Ρυθμιστική Αρχή η προς τα κάτω αναθεώρηση των λεγόμενων συντελεστών απωλειών, περιορίζοντας τις επιβαρύνσεις των προμηθευτών, ώστε αυτοί να μετακυλίσουν την ελάφρυνση στη λιανική.
Στο στόχαστρο «κρυφά» κόστη
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση έχει ήδη εξαγγείλει την αφαίρεση των δημοτικών τελών από τους λογαριασμούς ρεύματος. Πρόκειται για μία κίνηση που, αν και δεν θα περιορίσει το βάρος των οικογενειακών προϋπολογισμών, αναμφίβολα θα διευκολύνει την εξόφληση από τους καταναλωτές του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιούν. Το συγκεκριμένο μέτρο δρομολογείται για τις αρχές του 2028, δεν είναι όμως απίθανο να επισπευσθεί στη δεδομένη συγκυρία.
Μικρότερες πιθανότητες συγκεντρώνουν σενάρια για μείωση ρυθμιζόμενων χρεώσεων. Αν πάντως υπάρξουν εξελίξεις προς αυτή την κατεύθυνση, στο κάδρο μπαίνουν κυρίως οι Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας, καθώς αν και ο αντίστοιχος λογαριασμός έχει αυτή τη στιγμή έλλειμμα 300 εκατ. ευρώ, η λειτουργία της διασύνδεσης Κρήτη-Αττική εγγυάται τη βαθμιαία αποκλιμάκωσή του. Επίσης, δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς τυχόν μείωση του ΕΤΜΕΑΡ από τις αρχές του 2026, ειδικά αν διασφαλιστεί πως στον αντίστοιχο Λογαριασμό θα εισρεύσουν ποσά για τις επιχειρήσεις που τιμολογούνταν με μειωμένες χρεώσεις, χωρίς να το δικαιούνται.
Το βέβαιο είναι ότι τα μέτρα που θα ανακοινωθούν το φθινόπωρο θα έχουν άμεσο αποτέλεσμα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η κυβέρνηση δεν έχει στη φαρέτρα της και κινήσεις μεσοπρόθεσμου χαρακτήρα, με μία μάλιστα να βρίσκεται ήδη σε ισχύ. Πρόκειται για τα μέτρα που ανακοινώθηκαν πρόσφατα από το ΥΠΕΝ για την αντιμετώπιση του «ενεργειακού τουρισμού», τα οποία, αν ευοδωθούν, θα μειώσουν ένα ακόμη «κρυφό» κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας – τις επιβαρύνσεις των προμηθευτών από τα φέσια των στρατηγικών κακοπληρωτών.
Παράλληλα, το υπουργείο έχει στα σκαριά και παρεμβάσεις για τη μείωση του κόστους ηλεκτροδότησης των νησιών που δεν είναι διασυνδεδεμένα, όπως και του επίσης «κρυφού» κόστους εξισορρόπησης.





