Σοβαρές διαστάσεις λαμβάνει το πρόβλημα της στενότητας στην αγορά εργασίας στην Ελλάδα, με τον τουριστικό κλάδο να βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των ελλείψεων προσωπικού. Παρά τη δυναμική ανάπτυξη του ελληνικού τουρισμού και τα διαδοχικά ρεκόρ αφίξεων, οι επιχειρήσεις αδυνατούν να καλύψουν βασικές θέσεις εργασίας, γεγονός που απειλεί την ομαλή λειτουργία τους αλλά και τη συνολική ανταγωνιστικότητα του τουριστικού προϊόντος της χώρας.
Το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό. Η μείωση της ανεργίας, η υπογεννητικότητα και η γήρανση του πληθυσμού περιορίζουν σταθερά το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό, ενώ η εποχικότητα του τουρισμού και η άνιση γεωγραφική κατανομή των θέσεων εργασίας εντείνουν ακόμη περισσότερο τις πιέσεις.
Ένα κενό που μεγαλώνει χρόνο με τον χρόνο
Σύμφωνα με τα στοιχεία της τελευταίας Ενδιάμεσης Έκθεσης Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, ο κλάδος του εμπορίου, των καταλυμάτων και της εστίασης καταγράφει από τα υψηλότερα ποσοστά κενών θέσεων εργασίας (1,7%), γεγονός που αποτυπώνει τη δυσκολία εύρεσης προσωπικού σε ξενοδοχεία, εστιατόρια και τουριστικές επιχειρήσεις σε όλη τη χώρα.
Σε απόλυτους αριθμούς, το πρόβλημα είναι ακόμη πιο ανησυχητικό. Όπως προειδοποιεί το Παγκόσμιο Συμβούλιο Ταξιδιών και Τουρισμού (WTTC), την επόμενη δεκαετία η Ελλάδα θα χρειαστεί περίπου 290.000 επιπλέον εργαζόμενους στον τουρισμό για να μπορέσει να στηρίξει τη ζήτηση και τη μελλοντική ανάπτυξη του κλάδου.
Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι σήμερα λείπει σχεδόν το ένα τρίτο του προσωπικού που απαιτείται για την πλήρη και ομαλή λειτουργία των τουριστικών επιχειρήσεων, με το κενό να καλύπτεται συχνά από τους ίδιους τους επιχειρηματίες και τα μέλη των οικογενειών τους, κυρίως στις μικρότερες μονάδες.
Αυξημένο κόστος και «πλειστηριασμοί» μισθών
Η έλλειψη προσωπικού έχει οδηγήσει σε εκρηκτική αύξηση του κόστους εργασίας. Οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να προσφέρουν ολοένα και υψηλότερους μισθούς για να προσελκύσουν ή να διατηρήσουν εργαζομένους, συχνά σε έναν άτυπο «πλειστηριασμό» αμοιβών.
Όπως επισημαίνουν επαγγελματίες του κλάδου, σήμερα δύσκολα βρίσκει κανείς εργαζόμενο στον τουρισμό με μισθό κάτω από τα 1.500 ευρώ, ενώ όταν συνυπολογιστεί και το κόστος στέγασης –που σε τουριστικές περιοχές μπορεί να φτάνει τα 400 ευρώ τον μήνα– το συνολικό κόστος ανά εργαζόμενο αγγίζει ή και ξεπερνά τα 1.900 ευρώ.
Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του μοναδιαίου κόστους εργασίας με ρυθμούς ταχύτερους από την αύξηση της παραγωγικότητας, γεγονός που δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών τουριστικών επιχειρήσεων, ειδικά σε ένα διεθνές περιβάλλον έντονου ανταγωνισμού.
Η εποχικότητα και οι συνθήκες εργασίας
Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η αστάθεια του ανθρώπινου δυναμικού. Πολλοί εργαζόμενοι εγκαταλείπουν τη θέση τους στη μέση της τουριστικής σεζόν, είτε λόγω των απαιτητικών συνθηκών εργασίας είτε λόγω προβλημάτων διαμονής και ποιότητας ζωής στους τουριστικούς προορισμούς.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν επαγγελματίες του χώρου, για να εξασφαλιστεί η κάλυψη 60 θέσεων εργασίας, συχνά απαιτείται η πρόσληψη 80 ατόμων, ώστε να αντισταθμιστούν οι αποχωρήσεις κατά τη διάρκεια της σεζόν.
Ένα δομικό πρόβλημα που ζητά λύσεις
Οι ελλείψεις προσωπικού στον τουρισμό δεν αποτελούν πλέον απλώς επιχειρηματικό ζήτημα, αλλά δομικό πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας. Αν δεν αντιμετωπιστεί με συντονισμένες πολιτικές –όπως η βελτίωση των συνθηκών εργασίας, η ενίσχυση της επαγγελματικής κατάρτισης, η στέγαση εργαζομένων και οι στοχευμένες μετακλήσεις προσωπικού– υπάρχει ο κίνδυνος η ανάπτυξη του τουρισμού να φτάσει στα όριά της.
Σε έναν κλάδο που αποτελεί μία από τις βασικές «ατμομηχανές» της ελληνικής οικονομίας, η επάρκεια ανθρώπινου δυναμικού αναδεικνύεται πλέον σε κρίσιμο παράγοντα βιωσιμότητας και ποιότητας του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.





