Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας εγκαινίασε νωρίτερα σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο του Αγαθονησίου, παρουσία και της υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη, υπογραμμίζοντας την μακραίωνη ιστορία και τον πολιτισμό τού ακριτικού νησιού και εξαίροντας τις προσπάθειες των αρχαιολόγων, του Υπουργείου Πολιτισμού και των τοπικών Αρχών για την ανάδειξή του.
Όπως ανέφερε «είμαστε εδώ ως κληροδόχοι μιας μεγάλης πολιτιστικής παραδόσεως» και τόνισε ότι «η διάρκεια της ελληνικής παρουσίας στο Αιγαίο είναι η μεγαλύτερη απάντηση σε οποιαδήποτε πρόκληση ή απειλή που προέρχεται εξ Ανατολών».
Υπογράμμισε, ακόμη, ότι «η ανασκαφική δραστηριότητα στο Καστράκι, στο βόρειο τμήμα του νησιού, στον λόφο που δεσπόζει στον κόλπο του Μαΐστρου, πιστοποιεί την ύπαρξη μιας δυναμικής κοινότητας, στον πόλεμο και στην ειρήνη, μιας κοινότητας που άφησε δείγματα μεταλλουργικής, βυρσοδεψικής, μελισσοκομικής και αγγειοπλαστικής δραστηριότητας».
«Το Διαχρονικό-Θεματικό Αρχαιολογικό μουσείο Αγαθονησίου, με το αρχαίο λιμάνι και τις οχυρώσεις του, τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις του για τον ελλιμενισμό πολεμικών πλοίων, το ιερό του Διδυμαίου Απόλλωνος, τη μελισσοκομική μονάδα και το εργαστήριο πορφύρας – όλα αυτά τα πολύτιμα ευρήματα που ήρθαν στο φως χάρη στις άοκνες προσπάθειες του αρχαιολόγου Παύλου Τριανταφυλλίδη της ΚΒ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Ρόδου αλλά και χάρη στο ενδιαφέρον της δημοτικής αρχής – μας εισάγει στον γοητευτικό, αινιγματικό κόσμο ενός πολιτισμού, που η ζωντανή του ενέργεια εξακολουθεί να διαπερνά τον σύγχρονο κόσμο» συμπλήρωσε ο κ. Τασούλας και επισήμανε:
«Ένας τέτοιος πολιτισμός δείχνει τη δυναμική του τόπου αυτού και στα χρόνια, τις δεκαετίες και – γιατί όχι; – τους αιώνες που έρχονται. Ο ελληνικός πολιτισμός της θάλασσας και της γης, του Αιγαίου και της Νοτιοανατολικής Μεσογείου , αν έχει αυτό το παρελθόν, ένα παρελθόν με τέτοια δυναμική, τότε έχει ένα εξίσου ζηλευτό μέλλον. Δεν μένει σε μας παρά να πιστέψουμε σε αυτό το μέλλον και να συμβάλλουμε στην δημιουργία του».
Καταλήγοντας, συνεχάρη την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη για την πολύτιμη συμβολή της και ασφαλώς όλους όσοι εργάστηκαν για τη δημιουργία του Αρχαιολογικού Μουσείου, «όσους ανέσυραν από τη λήθη των αιώνων τα μνημονικά ίχνη ενός τόπου μικρού, αλλά ορθάνοιχτου στον μεγάλο κόσμο».
Ειδικότερα, κατά τον χαιρετισμό του στα εγκαίνια του Αρχαιολογικού Μουσείου Αγαθονησίου, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ανέφερε μεταξύ άλλων:
«Μικρό, αλλά σημαντικό κομμάτι του μικρασιατικού ελληνικού κόσμου, με φυσικό κέντρο αναφοράς την Μίλητο, την μεγάλη ιωνική μητρόπολη της περιοχής, το Αγαθονήσι αποτέλεσε κατά την αρχαιότητα μέρος του δικτύου μικρών νησιών που οι Μιλήσιοι χρησιμοποιούσαν για το εμπόριο, τη ναυσιπλοΐα και την επικοινωνία.
Από το Αγαθονήσι περνούσαν τα πλοία, φορτωμένα με τα εξαιρετικής ποιότητας κεραμικά της Μιλήτου (φιλοτεχνημένα στον ”ρυθμό των Αιγάγρων” και τον ”ρυθμό των Φικελλούρων”, με την πλούσια φυτική και γεωμετρική διακόσμηση), τα περίφημα υφαντά της, την πορφυρή βαφή, τα κομψά της έπιπλα (ιδίως τις κλίνες της Μιλήτου, τις περιλάλητες Μιλησιουργείς κλίνας) το κρασί και το λάδι της.
Υπήρξε προωθημένο σημείο ελέγχου στο θαλάσσιο πέρασμα προς τη Σάμο και την Ικαρία κατά την αρχαϊκή και την κλασική εποχή· αργότερα, κατά την ελληνιστική περίοδο- όταν πλέον η Μίλητος περιέρχεται στην κυριαρχία των Σελευκιδών και οι θαλάσσιες διαδρομές αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία- κόμβος ανεφοδιασμού, αλλά και φυσικό αγκυροβόλι για τους ναυτικούς· και, στα χρόνια τα βυζαντινά τόπος καταφυγής εξορίστων, που το αποίκισαν. Παράλληλα, ωστόσο, το Αγαθονήσι αποτέλεσε ένα μελίσσι δημιουργίας και παραγωγικής δραστηριότητας
Απέναντι από τη Μίλητο, λοιπόν, αλλά σε στενή επικοινωνία με την πόλη, το Αγαθονήσι εμποτίστηκε με το άρωμα του Ιωνικού πολιτισμού, του πλέον λεπταίσθητου πολιτισμού της αρχαιότητος. Έφτασαν ως εδώ οι αναζητήσεις των προσωκρατικών για τη δημιουργία του κόσμου και τη λειτουργία της φύσης, ο απόηχος του εκπληκτικού άλματος της ανθρώπινης σκέψης από τον Μύθο στον Λόγο.
Στις απέναντι ακτές στοχάστηκαν ο Θαλής, ο Αναξίμανδρος ο Αναξιμένης, πασχίζοντας να βρουν μια ορθολογική εξήγηση για το θαύμα του κόσμου, ή ο θεμελιωτής των μαθηματικών Πυθαγόρας ο Σάμιος.
Στην Ιωνία της αίσθησης, της σκέψης και των νοημάτων αναπτύχθηκε η εύηχη ιωνική διάλεκτος, η βάση για τα ομηρικά έπη, και εδώ γεννήθηκε η ιστοριογραφία, με πατέρα τον Ηρόδοτο:
Ἡροδότου Ἁλικαρνησσέος ἱστορίης ἀπόδεξις ἥδε, ὡς μήτε τὰ γενόμενα ἐξ ἀνθρώπων τῷ χρόνῳ ἐξίτηλα γένηται, μήτε ἔργα μεγάλα τε καὶ θωμαστά, τὰ μὲν Ἕλλησι, τὰ δὲ βαρβάροισι ἀποδεχθέντα, ἀκλέα γένηται», όπως διαβάζουμε στο Πρώτο Βιβλίο (Κλειώ) των Ιστοριών του.
”Η γη της Ιωνίας”, γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης στα ΄Ανοιχτά χαρτιά’, ”στάθηκε πάντοτε το πεδίο μιας αφομοιωτικής ενέργειας θαυμαστής, το εργαστήριο πυρήνων τέχνης που αποτελέσανε πάντοτε μερικά από τα πιο μεγάλα μυστικά της επιτυχίας του Ελληνισμού”. Εδώ, με δυο λόγια, μπήκαν τα θεμέλια του δυτικού πολιτισμού, στην αρχιτεκτονική, την τέχνη, τη λογοτεχνία. Εδώ, ακόμα και οι πιο μικρές κοινότητες, παρήγαγαν πολιτισμό.
Η ανασκαφική δραστηριότητα στο Καστράκι, στο βόρειο τμήμα του νησιού, στον λόφο που δεσπόζει στον κόλπο του Μαΐστρου, πιστοποιεί την ύπαρξη μιας δυναμικής κοινότητας, στον πόλεμο και στην ειρήνη, μιας κοινότητας που άφησε δείγματα μεταλλουργικής, βυρσοδεψικής, μελισσοκομικής και αγγειοπλαστικής δραστηριότητας.
Το Διαχρονικό-Θεματικό Αρχαιολογικό μουσείο Αγαθονησίου, με το αρχαίο λιμάνι και τις οχυρώσεις του, τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις του για τον ελλιμενισμό πολεμικών πλοίων, το ιερό του Διδυμαίου Απόλλωνος, τη μελισσοκομική μονάδα και το εργαστήριο πορφύρας – όλα αυτά τα πολύτιμα ευρήματα που ήρθαν στο φως χάρη στις άοκνες προσπάθειες του αρχαιολόγου Παύλου Τριανταφυλλίδη της ΚΒ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων Ρόδου αλλά και χάρη στο ενδιαφέρον της δημοτικής αρχής – μας εισάγει στον γοητευτικό, αινιγματικό κόσμο ενός πολιτισμού που η ζωντανή του ενέργεια εξακολουθεί να διαπερνά τον σύγχρονο κόσμο.
Εδώ βρίσκει την απόλυτη εφαρμογή του το απόφθεγμα του Θαλή του Μιλήσιου, όπως παραδίδεται από τον Διογένη Λαέρτιο στο έργο του Βίοι φιλοσόφων: ”Σοφώτατον χρόνος ανευρίσκει γαρ πάντα”. Και η ανασκαφή, πράξη υπομονής, σεβασμού, ακρόασης των ψιθύρων του χρόνου, αποκωδικοποιεί τη σοφία του και μας παραδίδει σήμερα γνώση και συγκίνηση, μέσα σ’ αυτό το εξαιρετικό Μουσείο.
Δεν πρόκειται όμως μόνο για γνώση και συγκίνηση, αλλά και για πρόκριμα του μέλλοντος. Ένας τέτοιος πολιτισμός δείχνει τη δυναμική του τόπου αυτού και στα χρόνια, τις δεκαετίες και – γιατί όχι; – τους αιώνες που έρχονται. Ο ελληνικός πολιτισμός της θάλασσας και της γης, του Αιγαίου και της Νοτιοανατολικής Μεσογείου , αν έχει αυτό το παρελθόν, ένα παρελθόν με τέτοια δυναμική, τότε έχει ένα εξίσου ζηλευτό μέλλον. Δεν μένει σε μας παρά να πιστέψουμε σε αυτό το μέλλον και να συμβάλλουμε στην δημιουργία του.
Συγχαίρω από καρδιάς την κυρία Λίνα Μενδώνη και ασφαλώς όλους όσοι εργάστηκαν για τη δημιουργία του, όσους ανέσυραν από τη λήθη των αιώνων τα μνημονικά ίχνη ενός τόπου μικρού, αλλά ορθάνοιχτου στον μεγάλο κόσμο».





