Νέα πίεση δέχονται οι επιχειρήσεις από το αυξανόμενο κόστος εργασίας, καθώς τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι το μισθολογικό κόστος συνεχίζει να κινείται με ταχύτερο ρυθμό από τον πληθωρισμό. Σύμφωνα με τα στοιχεία για το πρώτο τρίμηνο του 2026, ο Δείκτης Μισθολογικού Κόστους αυξήθηκε κατά 6,4% σε ετήσια βάση, έναντι αύξησης 5,9% το αντίστοιχο διάστημα του 2025, ενώ ο εποχικά διορθωμένος δείκτης κατέγραψε άνοδο 6,7%.
Η εξέλιξη αυτή αντανακλά τις αυξημένες δαπάνες που καλούνται να καλύψουν οι επιχειρήσεις για την απασχόληση προσωπικού, σε μια περίοδο κατά την οποία η αγορά εργασίας παραμένει ιδιαίτερα «σφιχτή». Οι ελλείψεις εργαζομένων σε κλάδους όπως ο τουρισμός, οι μεταφορές, η βιομηχανία, οι κατασκευές και η τεχνολογία, σε συνδυασμό με τις διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού, διατηρούν ανοδική την πορεία του εργασιακού κόστους.
Τα στοιχεία αποκτούν μεγαλύτερο ενδιαφέρον όταν εξεταστούν σε βάθος χρόνου. Ο εποχικά διορθωμένος Δείκτης Μισθολογικού Κόστους αυξήθηκε από 101,5 μονάδες το πρώτο τρίμηνο του 2020 στις 132,5 μονάδες το πρώτο τρίμηνο του 2026, καταγράφοντας συνολική άνοδο 30,5%. Την ίδια περίοδο, ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε από τις 100 μονάδες στις 126,67 μονάδες τον Μάιο του 2026, γεγονός που αντιστοιχεί σε σωρευτική αύξηση 26,7%.
Με άλλα λόγια, το κόστος εργασίας για τις επιχειρήσεις αυξήθηκε τα τελευταία έξι χρόνια ταχύτερα από τον γενικό πληθωρισμό. Πρόκειται για μία εξέλιξη που από τη μία πλευρά αντανακλά τη βελτίωση των συνθηκών στην αγορά εργασίας, από την άλλη όμως περιορίζει τα περιθώρια κέρδους και αυξάνει την ανάγκη για επενδύσεις σε παραγωγικότητα και τεχνολογικό εκσυγχρονισμό.
Ιδιαίτερα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, η αύξηση του μισθολογικού κόστους έρχεται να προστεθεί σε ένα ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον που περιλαμβάνει υψηλό ενεργειακό κόστος, αυξημένα χρηματοδοτικά έξοδα και σημαντικές ανατιμήσεις σε πρώτες ύλες και υπηρεσίες τα προηγούμενα χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι η δυνατότητα απορρόφησης του επιπλέον κόστους διαφέρει σημαντικά ανάλογα με το μέγεθος και τον κλάδο δραστηριότητας κάθε επιχείρησης.
Παράλληλα, οικονομικοί παράγοντες επισημαίνουν ότι η αύξηση του μισθολογικού κόστους δεν αποτελεί απαραίτητα αρνητική εξέλιξη, εφόσον συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της παραγωγικότητας. Σε διαφορετική περίπτωση, οι επιχειρήσεις είτε θα δουν τα περιθώρια κέρδους τους να συμπιέζονται είτε θα επιχειρήσουν να μετακυλίσουν μέρος του κόστους στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Το βασικό μήνυμα των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ είναι ότι η αγορά εργασίας εξακολουθεί να λειτουργεί ως παράγοντας πίεσης για το επιχειρηματικό κόστος.
Το μεγάλο στοίχημα για τα επόμενα χρόνια θα είναι κατά πόσο οι επιχειρήσεις θα καταφέρουν να αντισταθμίσουν την άνοδο του κόστους εργασίας μέσω επενδύσεων, καινοτομίας και βελτίωσης της παραγωγικότητας, ώστε η αύξηση των αμοιβών να μετατραπεί σε παράγοντα ανάπτυξης και όχι σε πηγή νέων πληθωριστικών πιέσεων.





