Προ των πυλών είναι το πρόγραμμα στεγαστικής πολιτικής «Σπίτι μου ΙΙΙ», το οποίο θα έχει σημαντικές αλλαγές σε σχέση με τα προηγούμενα ομοειδή προγράμματα. Συνολικά τα τρία προγράμματα, με τη μόχλευση των κεφαλαίων που επιφέρουν και εφόσον το «Σπίτι μου ΙΙΙ» ολοκληρωθεί επιτυχώς, θα ενισχύσουν περίπου 30.000 αγορές σπιτιών, συνολικού ύψους περίπου 5 δισ. ευρώ.
Εξ αυτών:
- 1 δισ. ευρώ διοχετεύθηκαν στο πρόγραμμα «Σπίτι μου Ι» και αντιστοιχούν σε περίπου 7.000 δάνεια.
- 1,8 δισ. ευρώ διοχετεύθηκαν στο πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» και αντιστοιχούν σε 14.000 δάνεια.
- 2 δισ. ευρώ θα διοχετευθούν μέσω του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙΙ» και αντιστοιχούν σε περίπου 9.000 έως 10.000 δάνεια.
Στο «Σπίτι μου ΙΙΙ» ο αριθμός των δανείων συρρικνώνεται, καθώς διευρύνεται το ύψος του δανείου που μπορεί να λάβει ένας δικαιούχος. Συγκριμένα, σε σχέση με το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ», το όριο της εμπορικής αξίας των επιλέξιμων ακινήτων διευρύνεται στα 300.000 ευρώ (250.000 ευρώ πριν), ενώ το μέγιστο ποσό του δανείου που μπορεί να λάβει κάποιος δικαιούχος αυξάνεται στα 230.000 ευρώ (από 190.000 ευρώ) και αντιστοιχεί στο 90% της εμπορικής αξίας του ακινήτου.
Επιπλέον, η κυβέρνηση ανοίγει την περίμετρο των δικαιούχων του προγράμματος, καθώς τα εισοδηματικά όρια συμμετοχής διευρύνονται στα 39.000 ευρώ ετησίως (από 35.000 ευρώ που ήταν το «Σπίτι μου ΙΙ») για μια οικογένεια χωρίς παιδιά, ενώ το ποσό προσαυξάνεται κατά 7.000 ευρώ για κάθε παιδί (+5.000 ευρώ πριν).
Τέλος, αυξάνονται τα ηλικιακά όρια των δικαιούχων στα 55 χρόνια (50 χρόνια πριν), ενώ τα όρια των τετραγωνικών μέτρων των επιλέξιμων κατοικιών για οικογένειες με πολλά παιδιά, σε σχέση με το όριο των 150 τ.μ. που ισχύει, διευρύνονται με επιπλέον 10 τ.μ. για κάθε τέκνο άνω των τεσσάρων.
Η πίεση στην κυβέρνηση, καθώς προχωράμε σε εκλογές, να μην υπάρξει κενό στο «ρολάρισμα» των ενισχύσεων των στεγαστικών δανείων είναι μεγάλη. Αυτό συμβαίνει αφενός μεν επειδή το Στεγαστικό για την κυβέρνηση είναι πλέον το δεύτερο σημαντικότερο πρόβλημα μετά την ακρίβεια, αφετέρου δε επειδή έμειναν περίπου 5.000 ενδιαφερόμενοι εκτός προγράμματος στο «Σπίτι μου ΙΙ»
Έτσι, τόσο στο υπουργείο Εθνικής Οικονομίας όσο και στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα «τρέχουν», ώστε το νέο πρόγραμμα, «Σπίτι μου ΙΙΙ», να ξεκινήσει από τον ερχόμενο Ιανουάριο. Το πρόγραμμα στοχεύει να διαθέσει έως 2 δισ. ευρώ σε νέα στεγαστικά δάνεια, εκ των οποίων το 50% θα αποτελέσει δημόσια ενίσχυση της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (500 εκατ. ευρώ από το ΤΑΑ και επιπλέον 500 εκατ. ευρώ από τα ταμειακά διαθέσιμα της τράπεζας), ενώ το υπόλοιπο 50% θα προέλθει από τις εμπορικές τράπεζες (μόχλευση).
Η πίεση στην κυβέρνηση, καθώς προχωράμε σε εκλογές, να μην υπάρξει κενό στο «ρολάρισμα» των ενισχύσεων των στεγαστικών δανείων είναι μεγάλη.
“Σπίτι μου ΙΙΙ”: Ωφελημένοι, ιδιοκτήτες και τράπεζες
Κι αυτό καθώς τα πιστωτικά ιδρύματα βγήκαν ωφελημένα από τη συγκεκριμένη πολιτική. Το πρόγραμμα «Σπίτι μου Ι» ήταν η κίνηση που άνοιξε εκ νέου την αγορά των στεγαστικών δανείων. Η αγορά αυτή είχε κλείσει ερμητικά το 2010 και παρέμενε κλειστή έως και το 2023. Το «Σπίτι μου Ι» την ενεργοποίησε και πλέον οι τράπεζες επανήλθαν στη στεγαστική πίστη, από την οποία απουσίαζαν για περισσότερο από μία δεκαετία.
Ευνοημένοι από τα προγράμματα «Σπίτι μου» είναι και οι ιδιοκτήτες ακινήτων, και μάλιστα παλαιών. Οι αποφάσεις της κυβέρνησης, όπως αναφέρουν οι άνθρωποι της κτηματαγοράς, με τα προγράμματα «Σπίτι μου» όχι μόνο κρατούν ζωντανή μια αγορά παλαιών ακινήτων (προ του 2007), αλλά επιπλέον έχουν εκτοξεύσει τις τιμές τους. Ακίνητα που στην κρίση δεν θα ξεπερνούσαν τα 60.000 ή 70.000 ευρώ, σήμερα διατίθενται προς 150.000 ευρώ ή και περισσότερο.
Πρόκειται για ακίνητα που χρήζουν ανακαίνισης, χαμηλότερων ενεργειακών κλάσεων, τα οποία απαιτούν τουλάχιστον ενεργειακή αναβάθμιση, αν όχι κάτι περισσότερο. Σημειώνεται ότι το όριο της παλαιότητας στα ενισχυόμενα στεγαστικά δάνεια από το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙΙ» δεν έχει μεταβληθεί και παραμένει για σπίτια κατασκευής προ του 2007.
Όσον αφορά τους δικαιούχους του προγράμματος αγοραστές των ακινήτων, αυτοί καρπούνται το μειωμένο επιτόκιο στεγαστικού δανείου που επιδοτεί το κράτος. Όπως, όμως, αναφέρουν παράγοντες της κτηματαγοράς, η μείωση αυτή του κόστους εξανεμίζεται από την προσαύξηση της τιμής του ακινήτου, που γίνεται λόγω της τεχνητής τόνωσης της ζήτησης. Με τον τρόπο αυτόν συντηρούνται σε υψηλά επίπεδα οι τιμές των ακινήτων, καθώς όλοι οι ιδιοκτήτες τους κάθε φορά αναμένουν μια προσφορά από το νέο πρόγραμμα που έρχεται.
Σύμφωνα με τον γραμματέα της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ιδιοκτητών Ακινήτων (ΠΟΜΙΔΑ), Μάνο Κρανίδη, το κράτος ενισχύει λάθος συνιστώσα στην αγορά, που είναι η ζήτηση, ενώ το ορθό θα ήταν να ενισχύσει την προσφορά. «Αν είχε διαθέσει τα 2,5 δισ. ευρώ σε ανακαινίσεις κλειστών κατοικιών δημόσιας ιδιοκτησίας (π.χ., από κληροδοτήματα κ.λπ.) που σήμερα παραμένουν αναξιοποίητα, τότε θα είχε φέρει στην επιφάνεια έναν μεγάλο όγκο ακινήτων, που θα ενίσχυαν την προσφορά», υπογραμμίζει. «Δυστυχώς», προσθέτει ο γραμματέας της ΠΟΜΙΔΑ, «η κυβέρνηση και το κράτος επιλέγουν την εύκολη λύση, των κρατικών ενισχύσεων των δανείων».





