Μια αγορά που πριν από λίγα χρόνια συνδεόταν κυρίως με την ανακύκλωση εξελίσσεται σε έναν από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους τομείς της πράσινης οικονομίας. Η κυκλική οικονομία περνά πλέον από τους κάδους ανακύκλωσης στα εργοστάσια, στις αλυσίδες εφοδιασμού, στα κτίρια, στα ηλεκτρονικά προϊόντα και ακόμη και στον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται τα ρούχα και οι συσκευασίες. Και πίσω από αυτή τη μετάβαση δημιουργείται μια αγορά εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Νέα έρευνα της The Business Research Company εκτιμά ότι η παγκόσμια αγορά της κυκλικής οικονομίας θα φτάσει τα 888,22 δισ. δολάρια έως το 2030, από 578,09 δισ. δολάρια το 2026, καταγράφοντας μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 11,3%. Μόνο μέσα σε έναν χρόνο, από το 2025 στο 2026, η αξία της αγοράς εκτιμάται ότι αυξάνεται από τα 517,79 δισ. στα 578,09 δισ. δολάρια, με ρυθμό 11,6%.
Πρόκειται για μια μεταβολή που δεν τροφοδοτείται μόνο από την περιβαλλοντική πολιτική. Η αυξανόμενη παραγωγή αποβλήτων, η πίεση για περιορισμό της κατανάλωσης πρώτων υλών, η αυστηρότερη νομοθεσία, οι επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες ανακύκλωσης και η προσπάθεια των επιχειρήσεων να επαναχρησιμοποιούν υλικά που μέχρι πρότινος κατέληγαν στα σκουπίδια δημιουργούν σταδιακά μια νέα βιομηχανική αλυσίδα.
Και ενώ η συγκεκριμένη αγορά αναπτύσσεται με διψήφιο ρυθμό διεθνώς, η Ευρώπη επιχειρεί να επιταχύνει ακόμη περισσότερο τη μετάβαση. Για την Ελλάδα, ωστόσο, η αφετηρία παραμένει χαμηλή: μόλις 5,2% των υλικών που χρησιμοποιούνται στην ελληνική οικονομία προέρχονται από ανακυκλωμένα υλικά, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ έχει φτάσει το 12,2%.
Από τα 518 στα 888 δισ. δολάρια μέσα σε πέντε χρόνια
Οι αριθμοί αποτυπώνουν το μέγεθος της μεταβολής. Σύμφωνα με την έρευνα, η παγκόσμια αγορά κυκλικής οικονομίας αποτιμάται στα 578,09 δισ. δολάρια το 2026, έναντι 517,79 δισ. το 2025. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας αναμένεται να προστεθούν περισσότερα από 310 δισ. δολάρια στην αξία της.
Πίσω από την ανάπτυξη βρίσκονται η εξάπλωση των κυκλικών επιχειρηματικών μοντέλων, οι μεγαλύτερες επενδύσεις σε προηγμένες τεχνολογίες ανακύκλωσης, η χρήση ψηφιακών πλατφορμών, η δυνατότητα παρακολούθησης της προέλευσης και της πορείας των υλικών και οι αυστηρότεροι κανόνες για τη διευρυμένη ευθύνη του παραγωγού.
Παράλληλα, κερδίζουν έδαφος τα λεγόμενα closed – loop μοντέλα παραγωγής, όπου τα υλικά ενός προϊόντος επιστρέφουν μετά το τέλος της ζωής του στην παραγωγική διαδικασία αντί να απορρίπτονται. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται η ανάκτηση πρώτων υλών, η επισκευή και επαναχρησιμοποίηση προϊόντων, η επιμήκυνση της διάρκειας ζωής τους και ο σχεδιασμός νέων υλικών με γνώμονα τη δυνατότητα μελλοντικής ανακύκλωσης.
Οι έξι αγορές που βρίσκονται στο επίκεντρο
Η κυκλική οικονομία δεν αποτελεί πλέον μία ενιαία αγορά ανακύκλωσης. Η έρευνα διακρίνει έξι μεγάλες κατηγορίες αποβλήτων στις οποίες αναπτύσσονται διαφορετικές επιχειρηματικές δραστηριότητες: κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα και ρούχα, ηλεκτρονικά απόβλητα, τρόφιμα, γυαλί, πλαστικά και ξύλο.
Στα υφάσματα, η αγορά περιλαμβάνει από ανακυκλωμένα υλικά και upcycled ρούχα μέχρι τη χρήση κλωστοϋφαντουργικών αποβλήτων ως μονωτικών. Στα ηλεκτρονικά, η οικονομική αξία βρίσκεται στην ανάκτηση εξαρτημάτων και υλικών και στην ανακατασκευή συσκευών. Στα τρόφιμα αναπτύσσονται λύσεις κομποστοποίησης, αναερόβιας χώνευσης και ανάκτησης τροφίμων, ενώ στο γυαλί, στο ξύλο και κυρίως στα πλαστικά διευρύνονται οι εφαρμογές στις οποίες ένα απόβλητο μπορεί να επιστρέψει στην αγορά ως νέα πρώτη ύλη.
Η ίδια αγορά απλώνεται πλέον σε ένα πολύ μεγαλύτερο τμήμα της οικονομίας: μεταποίηση, καταναλωτικά αγαθά, διαχείριση αποβλήτων, κατασκευές και δομικά υλικά, αυτοκινητοβιομηχανία και μεταφορές, τρόφιμα και γεωργία.
Η τεχνολογία αλλάζει και την ανακύκλωση
Ένα από τα πεδία στα οποία στρέφονται πλέον οι επενδύσεις είναι τα υλικά που μέχρι σήμερα ήταν δύσκολο ή οικονομικά ασύμφορο να ανακυκλωθούν.
Η έρευνα καταγράφει την ανάπτυξη προηγμένων χημικών και θερμικών τεχνολογιών που μπορούν να διασπούν σύνθετες πλαστικές συσκευασίες και να τις μετατρέπουν ξανά σε πρώτη ύλη. Στόχος είναι ακόμη και πολυστρωματικά πολυμερή να μπορούν, μέσω ελεγχόμενης θερμότητας ή καταλυτών, να μετατρέπονται σε επαναχρησιμοποιήσιμα έλαια ή μονομερή.
Παράλληλα, ψηφιακά συστήματα πιστοποίησης επιτρέπουν την παρακολούθηση της προέλευσης των αποβλήτων και των ποσοτήτων που πράγματι ανακυκλώνονται, ενώ μικρότερες, αρθρωτές εγκαταστάσεις μπορούν να τοποθετούνται πιο κοντά στα σημεία συλλογής.
Το οικονομικό ενδιαφέρον επομένως μετατοπίζεται σταδιακά από τη συλλογή του αποβλήτου στην αξία του υλικού που μπορεί να ανακτηθεί από αυτό.
Η Ευρώπη θέλει να φτάσει στο 24%
Η στροφή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Ευρώπη, η οποία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από πρωτογενείς πρώτες ύλες.
Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το 12,2% των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν στην ΕΕ το 2024 προήλθε από ανακυκλωμένα υλικά, έναντι 12,1% το 2023. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα, αλλά η πρόοδος παραμένει αργή καθώς σε σχέση με το 2015 η αύξηση είναι μόλις μία ποσοστιαία μονάδα.
Η εικόνα διαφέρει θεαματικά από χώρα σε χώρα. Η Ολλανδία βρίσκεται στο 32,7%, το Βέλγιο στο 22,7% και η Ιταλία στο 21,6%, ενώ στις τελευταίες θέσεις βρίσκονται η Ρουμανία με 1,3%, η Φινλανδία και η Ιρλανδία με 2% και η Πορτογαλία με 3%.
Ο στόχος που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο του Clean Industrial Deal είναι πολύ υψηλότερος: 24% έως το 2030, δηλαδή πρακτικά διπλασιασμός της συμμετοχής των κυκλικών υλικών στην ευρωπαϊκή οικονομία. Παράλληλα, η Κομισιόν έχει προγραμματίσει για το 2026 το νέο Circular Economy Act, με στόχο μεταξύ άλλων τη δημιουργία ενιαίας αγοράς δευτερογενών πρώτων υλών στην Ευρώπη και την ενίσχυση τόσο της προσφοράς όσο και της ζήτησης για ανακυκλωμένα υλικά.
Η Ελλάδα παραμένει ουραγός στην κυκλική οικονομία
Σε αυτή την ευρωπαϊκή κούρσα η Ελλάδα ξεκινά με καθυστέρηση. Σύμφωνα με τα στοιχεία Eurostat που συγκεντρώνει και ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος, το circular material use rate της Ελλάδας ήταν μόλις 5,2% το 2024, έναντι 12,2% στην ΕΕ. Το αντίστοιχο ποσοστό το 2010 ήταν 1,9%, γεγονός που δείχνει ότι έχει σημειωθεί πρόοδος, αλλά η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει μεγάλη.
Με απλά λόγια, από κάθε 100 μονάδες υλικών που εισέρχονται στην ελληνική οικονομία, περίπου πέντε προέρχονται από υλικά που έχουν ανακτηθεί και επανεισαχθεί στον οικονομικό κύκλο.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δύσκολη όταν η σύγκριση μεταφέρεται στα αστικά απόβλητα. Στην τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ελληνική οικονομία επισημαίνεται ότι η χώρα εξακολουθεί να οδηγεί σε ταφή περίπου το 80% των αποβλήτων της, κυρίως λόγω ανεπαρκούς δυναμικότητας ανακύκλωσης. Το ποσοστό ανακύκλωσης των αστικών αποβλήτων τοποθετείται μόλις στο 17,4%, έναντι περίπου 48% στην ΕΕ.
Η διαφορά είναι ιδιαίτερα μεγάλη εάν ληφθεί υπόψη ότι το 2024 στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανακυκλώθηκαν κατά μέσο όρο 248 κιλά αστικών αποβλήτων ανά κάτοικο, με το συνολικό ποσοστό ανακύκλωσης να διαμορφώνεται στο 48,1%. Συνολικά κάθε Ευρωπαίος παρήγαγε κατά μέσο όρο 517 κιλά αστικών αποβλήτων μέσα στη χρονιά.
Το ελληνικό στοίχημα δεν είναι μόνο οι κάδοι
Η απόσταση αυτή δείχνει και το μέγεθος της οικονομικής ευκαιρίας. Η κυκλική οικονομία δεν εξαντλείται στην αύξηση του αριθμού των μπλε ή καφέ κάδων. Προϋποθέτει μια ολόκληρη αλυσίδα που ξεκινά από τον σχεδιασμό του προϊόντος και φτάνει στη χωριστή συλλογή, στη διαλογή, στην επεξεργασία και τελικά στην ύπαρξη μιας αγοράς που θα αγοράσει τη δευτερογενή πρώτη ύλη.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει επισημάνει για την Ελλάδα την ανάγκη μεγαλύτερων επενδύσεων σε υποδομές ανακύκλωσης, εφαρμογής συστημάτων «πληρώνω όσο πετάω», έγκαιρης εφαρμογής της χωριστής συλλογής από τους δήμους και ενίσχυσης των φορέων διαχείρισης αποβλήτων. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στα νησιά, όπου η έντονη εποχικότητα του τουρισμού δημιουργεί πρόσθετη πίεση στις διαθέσιμες υποδομές κατά τους μήνες αιχμής.





