Αντιμέτωπη με μία από τις σοβαρότερες κρίσεις των τελευταίων ετών βρίσκεται η ελληνική ακτοπλοΐα, καθώς η εκτόξευση των τιμών των ναυτιλιακών καυσίμων ανατρέπει τους οικονομικούς σχεδιασμούς των εταιρειών και επαναφέρει στο τραπέζι το ενδεχόμενο δραστικών περικοπών στο δίκτυο των δρομολογίων.
Το κόστος των καυσίμων, το οποίο αποτελεί τη σημαντικότερη λειτουργική δαπάνη για τις ακτοπλοϊκές επιχειρήσεις, έχει υπερδιπλασιαστεί μέσα σε διάστημα μικρότερο του ενός έτους. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, η ενεργειακή δαπάνη εκτιμάται ότι απορροφά πλέον κατά μέσο όρο περίπου το 60% του συνολικού λειτουργικού κόστους των εταιρειών, περιορίζοντας ασφυκτικά τα περιθώρια αντίδρασής τους.
Η πίεση δεν περιορίζεται, όμως, μόνο στην πλευρά του κόστους. Ο υψηλός πληθωρισμός και η συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος απειλούν να περιορίσουν τη ζήτηση για μετακινήσεις, δημιουργώντας ένα εξαιρετικά δυσμενές περιβάλλον για τον κλάδο. Οι ακτοπλοϊκές καλούνται, επομένως, να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα την αύξηση των δαπανών τους και τον κίνδυνο μείωσης της επιβατικής κίνησης.
Από τα 658 στα 1.300 ευρώ ο τόνος
Το μέγεθος της επιβάρυνσης αποτυπώνεται στην πορεία της τιμής του ναυτιλιακού καυσίμου. Από τα 658 ευρώ ανά μετρικό τόνο στα τέλη του 2025, η τιμή ξεπέρασε για σειρά μηνών το όριο των 1.000 ευρώ, φτάνοντας το τελευταίο διάστημα ακόμη και στα 1.300 ευρώ ανά τόνο.
Η εξέλιξη αυτή μεταφράζεται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ πρόσθετων δαπανών για την ελληνική ακτοπλοΐα. Εκπρόσωποι του κλάδου υπολογίζουν ότι το 2025 οι εταιρείες κατέβαλαν συνολικά περίπου 500 εκατ. ευρώ για την προμήθεια ναυτιλιακών καυσίμων. Με βάση τα σημερινά επίπεδα τιμών, ο αντίστοιχος ετήσιος λογαριασμός μπορεί να ξεπεράσει το 1 δισ. ευρώ.
Η σύγκριση με τον συνολικό κύκλο εργασιών του κλάδου, ο οποίος κινείται περίπου στα 1,2 δισ. ευρώ, καταδεικνύει την κρισιμότητα της κατάστασης. Εάν οι τιμές παραμείνουν σε αυτά τα επίπεδα, το ενεργειακό κόστος κινδυνεύει να απορροφήσει το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για μισθοδοσία, συντήρηση πλοίων, λιμενικά τέλη, χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις και νέες επενδύσεις.
Ακτοπλοΐα: Παγωμένα εισιτήρια και περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης
Η κρίση αποκτά ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις επειδή οι τιμές των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων, τόσο για τους επιβάτες όσο και για τα φορτηγά, έχουν παραμείνει αμετάβλητες για διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών.
Η συγκράτηση των ναύλων αποτέλεσε βασική επιδίωξη του Υπουργείου Ναυτιλίας και της κυβέρνησης, προκειμένου να διατηρηθεί το μεταφορικό κόστος σε προσιτά επίπεδα για τους κατοίκους των νησιών, τους επισκέπτες και τις επιχειρήσεις. Ωστόσο, η απόσταση μεταξύ των σταθερών εσόδων και του ταχέως αυξανόμενου λειτουργικού κόστους διευρύνεται συνεχώς.
Μία ενδεχόμενη αύξηση των εισιτηρίων θα μπορούσε να αντισταθμίσει μέρος των απωλειών, αλλά ταυτόχρονα θα επιβάρυνε τα νοικοκυριά και την εφοδιαστική αλυσίδα των νησιών. Θα μπορούσε επίσης να πλήξει περαιτέρω τη ζήτηση, σε μία περίοδο κατά την οποία οι καταναλωτές περιορίζουν ήδη τις δαπάνες τους εξαιτίας του πληθωρισμού.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι εταιρείες στρέφονται στην πρώτη γραμμή άμυνας που διαθέτουν…τον περιορισμό της προσφερόμενης χωρητικότητας.
Αποσύρονται πλοία και μειώνονται τα δρομολόγια
Οι πρώτες παρεμβάσεις στο ακτοπλοϊκό δίκτυο έχουν ήδη αρχίσει να γίνονται ορατές. Τρία πλοία που εκτελούσαν δρομολόγια από το λιμάνι της Ραφήνας –δύο συμβατικά επιβατηγά-οχηματαγωγά και ένα ταχύπλοο– έχουν αποδρομολογηθεί. Παράλληλα, ένα ακόμη μεγάλο συμβατικό πλοίο έχει διακόψει τα δρομολόγιά του από τον Πειραιά.
Οι κινήσεις αυτές θεωρούνται μόνο η αρχή μιας ευρύτερης προσπάθειας περιορισμού του κόστους. Κατά τη χειμερινή περίοδο αναμένεται περαιτέρω αναδιάρθρωση του δικτύου, είτε μέσω της απόσυρσης πρόσθετων πλοίων είτε με τη μείωση της συχνότητας των δρομολογίων.
Οι εταιρείες θα επιχειρήσουν να προσαρμόσουν τη χωρητικότητα στα χαμηλότερα επίπεδα της εποχικής ζήτησης, αποφεύγοντας την εκτέλεση δρομολογίων με χαμηλές πληρότητες και υψηλή κατανάλωση καυσίμου. Ωστόσο, η επιλογή αυτή ενδέχεται να περιορίσει τις διαθέσιμες συνδέσεις, κυρίως για τα μικρότερα και πιο απομακρυσμένα νησιά.
Πρόσθετη επιβάρυνση από τα δικαιώματα ρύπων στην ακτοπλοΐα
Στην ήδη δύσκολη εξίσωση προστίθεται και το κόστος συμμόρφωσης με το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών, γνωστό ως ETS. Οι ακτοπλοϊκές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις γραμμές της Αδριατικής επιβαρύνονται και με την αγορά δικαιωμάτων για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.
Το κόστος αυτό ενισχύει ακόμη περισσότερο τις πιέσεις στα αποτελέσματα των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα για τα συμβατικά πλοία μεγαλύτερης ηλικίας και υψηλότερης κατανάλωσης. Παράλληλα, οι εταιρείες καλούνται να χρηματοδοτήσουν την πράσινη μετάβαση των στόλων τους σε μία περίοδο κατά την οποία οι άμεσες λειτουργικές ανάγκες απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος της ρευστότητάς τους.
Φόβοι για λουκέτα και στις μικρότερες εταιρείες
Παράγοντες της ακτοπλοΐας δεν αποκλείουν πλέον το ενδεχόμενο να βρεθούν μικρότερες εταιρείες αντιμέτωπες με προβλήματα βιωσιμότητας. Οι επιχειρήσεις αυτές διαθέτουν συνήθως πιο περιορισμένη ρευστότητα, μικρότερο στόλο και λιγότερες δυνατότητες να κατανείμουν το αυξημένο κόστος σε μεγαλύτερο αριθμό γραμμών.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η δυνατότητά τους να συνεχίσουν να εξυπηρετούν τις άγονες γραμμές κατά τη χειμερινή περίοδο. Η διατήρηση αυτών των συνδέσεων είναι κρίσιμη για την κοινωνική και οικονομική συνοχή της νησιωτικής Ελλάδας, καθώς εξασφαλίζει τη μετακίνηση κατοίκων, εργαζομένων και εμπορευμάτων ακόμη και σε περιόδους πολύ χαμηλής ζήτησης.
Το ετήσιο κονδύλι για τις συμβάσεις δημόσιας υπηρεσίας έχει αυξηθεί σημαντικά σε σύγκριση με το 2019 και βρίσκεται σήμερα περίπου στα 170 εκατ. ευρώ. Παρά ταύτα, εκπρόσωποι του κλάδου εκτιμούν ότι δεν επαρκεί για να καλύψει την εκρηκτική αύξηση του ενεργειακού κόστους και ζητούν αναπροσαρμογή των αποζημιώσεων.
Στο τραπέζι τα κυβερνητικά μέτρα
Η κυβέρνηση αναμένεται να ανακοινώσει μέτρα για τον περιορισμό των επιπτώσεων του ενεργειακού πληθωρισμού, με τα συναρμόδια υπουργεία να εξετάζουν εναλλακτικά σενάρια στήριξης. Στις σχετικές συζητήσεις εμπλέκονται τα Υπουργεία Ναυτιλίας, Μεταφορών και Οικονομικών.
Το ζητούμενο είναι να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο που θα περιορίζει την οικονομική επιβάρυνση των εταιρειών, χωρίς να μεταφέρει ολόκληρο το κόστος στους επιβάτες και στις επιχειρήσεις των νησιών. Στον κλάδο, πάντως, επικρατεί η εκτίμηση ότι, εάν οι τιμές των καυσίμων παραμείνουν κοντά στα σημερινά επίπεδα, οι απώλειες δεν θα μπορέσουν να απορροφηθούν αποκλειστικά από τις ακτοπλοϊκές.
Το επόμενο διάστημα θεωρείται καθοριστικό. Χωρίς πρόσθετες παρεμβάσεις, η περικοπή δρομολογίων, η απόσυρση πλοίων και η ενίσχυση των άγονων γραμμών ενδέχεται να μετατραπούν από προσωρινές λύσεις διαχείρισης της κρίσης σε μόνιμα χαρακτηριστικά του ακτοπλοϊκού χάρτη της χώρας.





