Το υψηλό ενοίκιο είναι ίσως η πιο εμφανής οικονομική παράμετρος για έναν νέο που θέλει να φύγει από το πατρικό του σπίτι, να ζήσει με τον σύντροφό του και, κάποια στιγμή, να δημιουργήσει οικογένεια. Υπάρχει όμως και μια λιγότερο ορατή επιβάρυνση, η οποία συχνά αποκαλύπτεται αφού επιλεγεί το σπίτι: Η ενέργεια. Ένα σχετικά προσιτό ενοίκιο σε ένα παλιό και ενεργοβόρο διαμέρισμα μπορεί να συνοδεύεται από υψηλότερους λογαριασμούς για θέρμανση, ψύξη και ζεστό νερό, ανεβάζοντας τελικά αισθητά τη μηνιαία δαπάνη για κατοικία.
Η παράμετρος αυτή δεν εξηγεί βεβαίως από μόνη της το δημογραφικό πρόβλημα. Προστίθεται όμως σε ένα ήδη δύσκολο οικονομικό περιβάλλον για τις νεότερες γενιές. Οι γεννήσεις στην Ελλάδα περιορίστηκαν στις 65.594 το 2025, μειωμένες κατά 4,2% σε έναν χρόνο και κατά περίπου 44% σε βάθος 25ετίας, ενώ η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού έχει μετακινηθεί στα 32,2 έτη. Την ίδια στιγμή, οι νέοι στην Ελλάδα εγκαταλείπουν το πατρικό τους σπίτι κατά μέσο όρο στα 30,9 έτη, έναντι 26,3 ετών στην ΕΕ.
Πάνω από το 60% του εισοδήματος των νέων για το σπίτι
Η στεγαστική πίεση που αντιμετωπίζουν οι νεότερες ηλικίες στην Ελλάδα αποτυπώνεται σε έκθεση του OECD για την οικονομική ανεξαρτησία των νέων, η οποία δημοσιεύθηκε το 2026.
Κατά μέσο όρο, ένας νέος 18 – 29 ετών στην Ελλάδα δαπανά πάνω από το 60% του εισοδήματός του για τη στέγαση, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Στις πόλεις, σχεδόν οκτώ στους δέκα νέους επιβαρύνονται με στεγαστικές δαπάνες που υπερβαίνουν το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους.
Παράλληλα, η Ελλάδα εμφανίζει το υψηλότερο ποσοστό νέων με καθυστερήσεις στην πληρωμή στεγαστικού δανείου ή ενοικίου, 18,9% έναντι 4,7% στην ΕΕ.
Το ενοίκιο, ωστόσο, είναι μόνο η επιβάρυνση που φαίνεται με την πρώτη ματιά. Στην καθημερινή λειτουργία μιας κατοικίας προστίθενται το ηλεκτρικό ρεύμα, η θέρμανση, η ψύξη και οι υπόλοιπες υπηρεσίες κοινής ωφέλειας.
Και η συνολική εικόνα είναι ήδη ιδιαίτερα επιβαρυμένη. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 τα ελληνικά νοικοκυριά διέθεταν κατά μέσο όρο 36% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγαση, έναντι 19% στην ΕΕ, καταγράφοντας το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των κρατών-μελών.
Την ίδια χρονιά, 43% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριό με καθυστερήσεις στην πληρωμή στεγαστικού δανείου, ενοικίου ή λογαριασμών κοινής ωφέλειας, έναντι 9% στην ΕΕ. Παράλληλα, 19% του πληθυσμού δεν μπορούσε να διατηρήσει επαρκώς ζεστό το σπίτι του, έναντι 9,2% στην ΕΕ.
Η «κρυφή» επιβάρυνση του παλιού σπιτιού
Εδώ βρίσκεται μια λιγότερο εμφανής πλευρά του στεγαστικού προβλήματος. Δύο νοικοκυριά που πληρώνουν το ίδιο ενοίκιο δεν έχουν απαραίτητα την ίδια συνολική μηνιαία επιβάρυνση.
Ένα παλιότερο διαμέρισμα μπορεί να προσφέρεται σε χαμηλότερη τιμή, αλλά να χρειάζεται σημαντικά περισσότερη ενέργεια για να θερμανθεί τον χειμώνα ή να ψυχθεί το καλοκαίρι, εξαιτίας ανεπαρκούς μόνωσης, παλαιών κουφωμάτων ή ενός αναποτελεσματικού συστήματος θέρμανσης.
Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat είναι ενδεικτικά της κατάστασης του οικιστικού αποθέματος. Το 2025 μόλις 9,5% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε κατοικία στην οποία είχε πραγματοποιηθεί κάποια ενεργειακή βελτίωση την προηγούμενη πενταετία, έναντι 23,9% στην ΕΕ. Πρόκειται για την τρίτη χαμηλότερη επίδοση στην Ένωση, μετά την Ιταλία και τη Μάλτα.
Για έναν ενοικιαστή δημιουργείται μάλιστα μια ιδιαίτερη συνθήκη: πληρώνει το ενεργειακό κόστος που συνεπάγεται η κατάσταση του ακινήτου, χωρίς να είναι εκείνος που αποφασίζει εάν θα γίνουν οι μεγαλύτερες επενδύσεις για θερμομόνωση, νέα κουφώματα ή αντικατάσταση του συστήματος θέρμανσης.
Έτσι, το φθηνότερο σπίτι στην αγγελία δεν είναι απαραίτητα και το φθηνότερο σπίτι στην πράξη.
Η ενέργεια στην εξίσωση ενός νέου νοικοκυριού
Η σχέση ανάμεσα στο κόστος κατοικίας και στις αποφάσεις των νεότερων γενεών έχει αρχίσει να απασχολεί εντονότερα και τη διεθνή συζήτηση. Ο OECD έχει επισημάνει ότι οι υψηλές τιμές κατοικίας και τα ενοίκια μπορούν να καθυστερούν την ανεξαρτητοποίηση, τη δημιουργία ζευγαριού και οικογένειας, ενώ η Eurofound έχει συνδέσει τη στεγαστική κρίση που αντιμετωπίζουν οι ηλικίες 183 – 9 ετών με την καθυστέρηση αποχώρησης από το πατρικό σπίτι και της δημιουργίας ανεξάρτητου νοικοκυριού.
Η ενέργεια αποτελεί ένα επιμέρους κομμάτι αυτής της εξίσωσης και όχι μια αυτόνομη εξήγηση του δημογραφικού. Η σημασία της, όμως, γίνεται μεγαλύτερη όταν συνδυάζονται υψηλά ενοίκια, περιορισμένα εισοδήματα και ένα μεγάλο απόθεμα κατοικιών με χαμηλή ενεργειακή απόδοση.
Άλλωστε, περίπου 1,76 εκατ. ελληνικά νοικοκυριά που κατοικούν σε ενεργειακά μη αποδοτικές κατοικίες περιλαμβάνονται στις ομάδες στις οποίες στοχεύει ο σχεδιασμός της χώρας στο πλαίσιο του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου.
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται οι παρεμβάσεις ενεργειακής αναβάθμισης που έχουν προγραμματιστεί για τα επόμενα χρόνια. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το νέο «Εξοικονομώ» ύψους 1,2 δισ. ευρώ για περίπου 62.000 κατοικίες, καθώς και οι δράσεις για αντλίες θερμότητας και ηλιακούς θερμοσίφωνες, με στόχο τη μείωση των ενεργειακών αναγκών και του κόστους λειτουργίας των κατοικιών.
Δεν πρόκειται, φυσικά, για δημογραφικά μέτρα, ούτε η ακριβή ενέργεια είναι ο μόνος παράγοντας που επηρεάζει την απόφαση για τη δημιουργία οικογένειας. Είναι όμως ένα ακόμη σταθερό έξοδο για τους νέους που προσπαθούν να φύγουν από το πατρικό τους, να συντηρήσουν ένα σπίτι και να δημιουργήσουν το δικό τους νοικοκυριό






