Η βιομηχανία τροφίμων πρωτοπορεί χτίζοντας συνέργειες με τον τουρισμό, με ήδη απτά αποτελέσματα
Σε βασικό στήριγμα του κλάδου τροφίμων έχει εξελιχθεί η τουριστική ζήτηση, αφού από κάθε 100 ευρώ πωλήσεων τροφίμων και ποτών στην Ελλάδα, περίπου τα 10 έως 15 ευρώ συνδέονται με την τουριστική κατανάλωση, με τη σημασία της μάλιστα να εντείνεται στο πλαίσιο ανοδικών τουριστικών ροών και στροφής στο γαστρονομικό τουρισμό την επόμενη δεκαετία.
Όπως προκύπτει από νέα έρευνα της Εθνικής Τράπεζας με τίτλο “Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις: Συνεργασία βιομηχανίας τροφίμων με τουριστικές επιχειρήσεις (Ιούνιος 2026)”, οι τουρίστες απορροφούν περίπου το 10%-15% των συνολικών πωλήσεων τροφίμων και ποτών στην Ελλάδα, καθώς καλύπτουν 5% των δυνητικών ημερήσιων καταναλωτών (από 3% πριν μία δεκαετία) ενώ διατηρούν και σχεδόν τριπλάσια ημερήσια δαπάνη διατροφής συγκριτικά με τους εγχώριους καταναλωτές.
Παράλληλα, η διεθνής τουριστική ζήτηση έχει προοπτική ανόδου της τάξης του 50% την επόμενη δεκαετία, με την Ελλάδα να καταφέρνει τις τελευταίες τουλάχιστον 4 δεκαετίες να απορροφά περίπου 2% των διεθνών αφίξεων και τη γαστρονομία να αποκτά αυξανόμενη σημασία στις διεθνείς τουριστικές προτιμήσεις.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις τροφίμων εμφανίζουν υψηλή επίγνωση και σημαντική κινητοποίηση στην αξιοποίηση της τουριστικής ώθησης, καθώς όχι μόνο την αντιλαμβάνονται καθολικά, αλλά ήδη έχουν επενδύσει σε συνεργασίες με τουριστικές επιχειρήσεις και βλέπουν σημαντικά οικονομικά οφέλη. Τα στοιχεία της έρευνας της ΕτΕ δείχνουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ΜμΕ τροφίμων (91% του τομέα) αναγνωρίζουν τον τουρισμό ως στήριγμα για τον κλάδο, με ευρεία συνειδητοποίηση τόσο σε νησιωτικές όσο και αστικές περιοχές.
Παράλληλα, ιδιαίτερα υψηλός είναι ο βαθμός κινητοποίησης, καθώς τα ⅔ του τομέα έχουν ήδη προβεί σε ενέργειες, κυρίως υπό μορφή συνεργασίας με ξενοδοχεία ή εστιατόρια για προώθηση των προϊόντων τους.
Νησιωτικές επιχειρήσεις τροφίμων εμφανίζονται πιο δραστήριες σε συνεργασίες (72% του τομέα, έναντι 50% σε λοιπές περιοχές), πιθανώς αντανακλώντας την ισχυρότερη εξάρτηση των τοπικών οικονομιών από τον τουρισμό.
Περνώντας στα αποτελέσματα των άνω κινήσεων, αξιοσημείωτο είναι το ορατό οικονομικό αποτύπωμα της δομημένης διασύνδεσης των δύο κλάδων, με τη μορφή κινητοποίησης να επηρεάζει το εύρος των ωφελειών. Ειδικότερα:
Οι ΜμΕ τροφίμων που έχουν συνάψει συνεργασίες με τουριστικές επιχειρήσεις τετραπλασιάζουν την πιθανότητα ουσιαστικής συνεισφοράς της τουριστικής ζήτησης στις πωλήσεις τους, σε σύγκριση με επιχειρήσεις που δεν έχουν προχωρήσει σε αντίστοιχες ενέργειες.
Τα οφέλη μάλιστα εκτείνονται πέρα από τις πωλήσεις των συνεργαζόμενων επιχειρήσεων. Το ¼ του τομέα πετυχαίνει ταυτόχρονη άνοδο πωλήσεων και περιθωρίων κέρδους μέσω των συνεργασιών, περίπου 60% πετυχαίνει μεμονωμένα άμεσα οφέλη ενώ 12% μένει σε έμμεσα οφέλη (κυρίως ευκαιρίες δικτύωσης).
Συνεπώς, ο τουρισμός λειτουργεί για τα ελληνικά τρόφιμα ως μια μορφή «εγχώριας εξαγωγικής αγοράς», καθώς φέρνει διεθνή ζήτηση εντός της χώρας με χαμηλότερο κόστος πρόσβασης σε σχέση με τις κλασικές εξαγωγές και ήδη αποτελεί ενεργό μηχανισμό ανάπτυξης για τον κλάδο τροφίμων, ενισχύοντας τη χρηματοοικονομική του ανταγωνιστικότητα.
Ωστόσο, η ζήτηση αυτή δεν μετατρέπεται αυτόματα σε σταθερές πωλήσεις και υψηλότερα περιθώρια κέρδους. Η βασική πρόκληση δεν είναι πλέον η αναγνώριση της ευκαιρίας, αλλά η μετατροπή της σε οργανωμένο και αξιόπιστο κανάλι Β2Β πωλήσεων μέσω αποτελεσματικής διασύνδεσης μεταξύ παραγωγών τροφίμων και τουριστικών επιχειρήσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, τα ευρήματα δείχνουν ότι δεν υπάρχει μία μοναδική «συνταγή» επιτυχίας, καθώς οι επιχειρήσεις μπορούν να στηριχθούν σε διαφορετικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα (ποιότητα και διαφοροποίηση προϊόντος, ανταγωνιστικότητα κόστους ή στοχευμένες κινήσεις δικτύωσης) ενώ η γεωγραφική εγγύτητα με τουριστικές περιοχές είχε περιορισμένη σημασία.
Σύμφωνα με την έρευνα, το ζητούμενο για την περαιτέρω διασύνδεση των δύο κλάδων δεν είναι η αντιγραφή ενός κοινού μοντέλου, αλλά η ικανότητα κάθε επιχείρησης να μετατρέψει το δικό της πλεονέκτημα σε επαναλαμβανόμενες σχέσεις προμήθειας, μέσα από σταθερή παραγωγή, συνεργατική ικανότητα, επαρκές μέγεθος και επιχειρησιακή ωριμότητα.
Ο κλάδος τροφίμων σημείωσε δυναμική πορεία την τελευταία πενταετία, με το δείκτη βιομηχανικής παραγωγής να υπεραποδίδει έναντι της Ευρώπης, με αποτέλεσμα να εισέρχεται στη νέα περίοδο πιέσεων από ευνοϊκότερη αφετηρία. Ειδικότερα, μετά από σχετικά ήπια ανάπτυξη της τάξης του 1,2% ετησίως την περίοδο 2016-2020 (συμβατή με την ευρωπαϊκή τάση), ο όγκος παραγωγής τροφίμων-ποτών ανέβασε ταχύτητα, με άνοδο της τάξης του 4,5% ετησίως την τελευταία πενταετία (έναντι 0,8% στην Ευρώπη).
‘Ετσι, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή βρίσκει τον τομέα με αυξημένη ικανότητα απορρόφησης των πιέσεων (κυρίως στο κόστος), με την ανοδική τάση διατηρείται στο πρώτο τετράμηνο του 2026 (+5% ετησίως, έναντι 0,1% στην Ευρώπη).





