Τη ρύθμιση της αγοράς των κρυπτοστοιχείων (crypto-assets) επιχειρεί η κυβέρνηση και το υπουργείο Οικονομικών με ένα νέο σχέδιο νόμου που σύντομα θα έλθει προς διαβούλευση.
Σύμφωνα με το σχέδιο νόμου, το οποίο παρουσιάστηκε πρόσφατα στο Υπουργικό Συμβούλιο, θεσπίζεται ένα ολοκληρωμένο, πλαίσιο φορολόγησης των κρυπτοστοιχείων, καλύπτοντας το υφιστάμενο κενό δικαίου ως προς τη φορολογική μεταχείριση των σχετικών εισοδημάτων.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, μέχρι σήμερα η αγορά, μεταβίβαση, απόκτηση λόγω δωρεάς ή αιτία θανάτου (κληρονομιά) των κρυπτοστοιχείων ήταν εντελώς αρρύθμιστη. Έτσι δεν μπορούσε ούτε να φορολογηθεί η υπεραξία από τη μεταβίβαση ούτε να προσδιορισθεί ο φόρος δωρεάς ή κληρονομιάς από τα συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία.
Επίσης, δεν μπορούσε να ελεγχθεί το πόθεν έσχες του ποσού για την αγορά κρυπτοστοιχείων ούτε να αποτελέσει τεκμήριο και να θεωρηθεί το ποσό εκ της μεταβίβασης ως νόμιμο για την απόκτηση κάποιου άλλου περιουσιακού στοιχείου (π.χ. κατοικίας, μετοχών κ.λπ.).
Tα 4 πιο σημαντικά ζητήματα που ρυθμίζονται
Με τις νέες προτεινόμενες ρυθμίσεις, σύμφωνα με καλά ενημερωμένες πηγές, ρυθμίζονται και αντιμετωπίζονται μια σειρά ζητημάτων εκ των οποίων τα 4 πιο σημαντικά είναι ότι τα κρυπτοστοιχεία:
- Εντάσσονται στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος και Κώδικα Ακίνητης Περιουσίας με τους ισχύοντες φορολογικούς συντελεστές που ισχύουν για το εισόδημα ή για τις δωρεές ή τις κληρονομιές.
- Υπόκεινται σε φόρο υπεραξίας όπως και οι λοιποί τίτλοι (μετοχές, ομόλογα, τόκοι καταθέσεων) 15%, εκτός και αν συμφωνηθεί ένα πιο ευνοϊκό φορολογικό σενάριο.
- Αποτελούν πλέον τεκμήριο και ελέγχεται ως τεκμήριο και χρησιμοποιείται ως τέτοιο για την απόκτηση άλλων περιουσιακών στοιχείων (π.χ. κατοικίες, συμμετοχές σε επιχειρήσεις κ.λπ.)
- Διευρύνεται η έννοια του «τόκου», που προκύπτει από ειδικές μορφές δραστηριοτήτων κρυπτοστοιχείων εντός της πλατφόρμας, όπως:
i) δραστηριότητες δανεισμού με κρυπτοστοιχεία εντός της πλατφόρμας (crypto lending),
ii) συμμετοχή σε μηχανισμούς παροχής ρευστότητας ή απόδοσης σε αποκεντρωμένα πρωτόκολλα (yield farming) και
iii) δέσμευση κρυπτοστοιχείων σε μηχανισμούς επικύρωσης συναλλαγών (staking/forging), και τα ποσά που προκύπτουν αντιμετωπίζονται φορολογικά ως τόκοι κι επομένως φορολογούνται 15%.
Αξίζει να σημειωθεί ότι με τις νέες ρυθμίσεις που έρχονται και συμπληρώνουν τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013), για λόγους ουδετερότητας αλλά και για σκοπούς απλοποίησης του ελέγχου, προβλέπεται απαλλαγή από το ψηφιακό τέλος συναλλαγής (ΨΤΣ) σε πράξεις ανταλλαγής και μεταβίβασης κρυπτοστοιχείων, όπως ήδη ισχύει για τους λοιπούς τίτλους (μετοχές, ομολογίες κ.λπ.).
Σύμφωνα με το σ/ν, η προτεινόμενη εξαίρεση στοχεύει στη δημιουργία σταθερού και προβλέψιμου πλαισίου λειτουργίας της αγοράς κρυπτοστοιχείων και η μη επιβολή ΨΤΣ επί των σχετικών συναλλαγών συμβάλλει στη διαμόρφωση συνθηκών φορολογικής ουδετερότητας και ίσης μεταχείρισης έναντι λοιπών χρηματοοικονομικών προϊόντων, αποτρέποντας στρεβλώσεις στην αγορά και ενδεχόμενη μεταφορά συναλλακτικής δραστηριότητας σε αλλοδαπές πλατφόρμες ή δικαιοδοσίες ευνοϊκότερης φορολογικής μεταχείρισης.
Επίσης στον φόρο υπεραξίας από μεταβίβαση, για σκοπούς απλοποίησης ελέγχου και μείωσης διοικητικού βάρους της φορολογικής αρχής, προβλέπεται φορολογική απαλλαγή για υπεραξία μέχρι 500 ευρώ ετησίως.
Οι βασικές έννοιες του νέου πλαισίου φορολόγησης των κρυπτοστοιχείων
Κρυπτοστοιχείο: Ως «κρυπτοστοιχείο» ο νέος νόμος θα ορίζει κάθε ψηφιακή αναπαράσταση αξίας ή δικαιώματος που μπορεί να μεταβιβαστεί και να αποθηκευτεί ηλεκτρονικά, με χρήση τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού (Distributed Ledger Technology – DLΤ) ή παρόμοιας τεχνολογίας.
- Το σ/ν αξιοποιεί την ορολογία του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων (Markets in Crypto-Assets Regulation – MiCAR), προκειμένου να εξασφαλίζεται κανονιστική συνοχή με το ενωσιακό δίκαιο ως προς την ορολογία. Ωστόσο, η φορολογική διάταξη δεν περιορίζεται στο κανονιστικό πεδίο εφαρμογής του MiCAR, ούτε εξαρτάται από την υπαγωγή ενός κρυπτοστοιχείου στο ενωσιακό χρηματοοικονομικό ρυθμιστικό πλαίσιο. Αντιθέτως, καταλαμβάνει κάθε μορφή κρυπτοστοιχείου ανεξαρτήτως της τεχνολογικής, επενδυτικής ή λειτουργικής του φύσης, προκειμένου να διασφαλίζεται η φορολογική ουδετερότητα και η αποφυγή κατακερματισμού της φορολογικής μεταχείρισης.
Μεταβίβαση κρυπτοστοιχείου: Ως μεταβίβαση κρυπτοστοιχείου θεωρείται η ανταλλαγή κρυπτοστοιχείων έναντι χρηματικού ποσού, η διάθεση κρυπτοστοιχείων για την απόκτηση αγαθών ή τη λήψη υπηρεσιών και εν γένει κάθε πράξη διάθεσης κρυπτοστοιχείων από επαχθή αιτία και η εισφορά κρυπτοστοιχείων για την κάλυψη ή αύξηση εταιρικού ή μετοχικού κεφαλαίου.
- Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις που έρχονται, η ανταλλαγή ενός κρυπτοστοιχείου με άλλο κρυπτοστοιχείο δεν θεωρείται μεταβίβαση για σκοπούς φορολογίας εισοδήματος και, συνεπώς, δεν γεννά φορολογητέα υπεραξία κατά τον χρόνο της ανταλλαγής. Η επιλογή αυτή υπαγορεύεται ιδίως από λόγους πρακτικής δυνατότητας συμμόρφωσης, καθώς η επιβολή φόρου σε στάδιο κατά το οποίο ο φορολογούμενος δεν έχει ακόμη ρευστοποιήσει την επένδυσή του ή αποκτήσει αντίστοιχη χρηματική ρευστότητα θα μπορούσε να οδηγήσει σε δυσανάλογη φορολογική επιβάρυνση.
- Η φορολόγηση μετατίθεται στον χρόνο μετατροπής των κρυπτοστοιχείων σε νόμισμα αναφοράς ή στον χρόνο διάθεσής τους για την απόκτηση αγαθών ή υπηρεσιών. Με άλλα λόγια, τα κρυπτοστοιχεία αντιμετωπίζονται φορολογικά ως άυλα περιουσιακά στοιχεία και όχι ως νόμιμο μέσο πληρωμής, όπως είναι η τάση σήμερα στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΟΟΣΑ.
Υπεραξία κρυπτοστοιχείου: Ως υπεραξία κρυπτοστοιχείου νοείται η διαφορά μεταξύ της τιμής κτήσης και της τιμής μεταβίβασης, όπως αυτή προσδιορίζεται κατά τον χρόνο της μεταβίβασης του κρυπτοστοιχείου. Δαπάνες που συνδέονται άμεσα με την απόκτηση ή την μεταβίβαση συμπεριλαμβάνονται στην τιμή κτήσης και την τιμή μεταβίβασης, αντίστοιχα.
- Σημειώνεται ότι στην περίπτωση που ο προσδιορισμός της υπεραξίας καταλήγει σε αρνητικό ποσό, η εν λόγω ζημία μεταφέρεται για τα επόμενα πέντε έτη (όπως ισχύει και με τους άλλους τίτλους) και συμψηφίζεται μόνο με μελλοντικά κέρδη από υπεραξία μεταβίβασης κρυπτοστοιχείων.
Τιμή κτήσης/μεταβίβασης: H τιμή κτήσης και η τιμή μεταβίβασης καθορίζονται από τα δικαιολογητικά έγγραφα συναλλαγών, τα οποία εκδίδει ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων ή οιοσδήποτε ενδιάμεσος διατηρεί στοιχεία για την απόκτηση και τη μεταβίβαση κρυπτοστοιχείων ή από όποιο άλλο στοιχείο μπορεί να εξαχθεί απευθείας από το κατανεμημένο καθολικό.
- Για κρυπτοστοιχεία που έχουν αποκτηθεί λόγω κληρονομικής διαδοχής ή μεταβίβασης με χαριστική αιτία, λαμβάνεται η αξία βάσει της οποίας υπολογίστηκε ο φόρος κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής ή χορηγήθηκε απαλλαγή από αυτόν.
- Για κρυπτοστοιχεία που έχουν αποκτηθεί από δραστηριότητες δανεισμού κρυπτονομισμάτων (crypto lending), από τη συμμετοχή σε μηχανισμούς παροχής ρευστότητας ή απόδοσης σε αποκεντρωμένα πρωτόκολλα (yield farming), καθώς και από τη δέσμευση κρυπτονομισμάτων σε μηχανισμούς επικύρωσης συναλλαγών (staking ή forging) λαμβάνεται η αξία βάσει της οποίας υπολογίστηκε ο φόρος σύμφωνα με τις ρυθμίσεις για τους τόκους που προβλέπει ο ΚΦΕ (αρ. 37, ν. 4172/2013). Αν η τιμή κτήσης δεν μπορεί να προσδιορισθεί θεωρείται ότι είναι μηδενική.
- Σε περίπτωση διάθεσης κρυπτοστοιχείων για την απόκτηση αγαθών ή τη λήψη υπηρεσιών η τιμή μεταβίβασης προσδιορίζεται με βάση την αξία σε ευρώ των κρυπτοστοιχείων κατά τον χρόνο της συναλλαγής, η οποία συνιστά την τιμή κτήσης των κρυπτοστοιχείων για τον αντισυμβαλλόμενο που διαθέτει τα αγαθά ή παρέχει τις υπηρεσίες.
- Σε περίπτωση διαδοχικών αποκτήσεων κρυπτοστοιχείων, ως τιμή κτήσης λαμβάνεται η μέση τιμή κτήσης που προκύπτει από τη συνολική αξία κτήσης των κρυπτοστοιχείων δια της συνολικής ποσότητας αυτών.
- Οι υποχρεώσεις και τα έγγραφα τεκμηρίωσης των κρυπτοστοιχείων, οι τρόποι απόδειξης και επαλήθευσης αυτών, ο χρόνος διαφύλαξης των σχετικών πληροφοριών και στοιχείων, θέματα συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών με άλλες αρχές, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια θα καθοριστούν με απόφαση του Διοικητή της ΑΑΔΕ.
Crypto Mining: Tα κρυπτοστοιχεία που αποκτώνται μέσω εξόρυξης (mining), εφόσον οι σχετικές δραστηριότητες δεν ασκούνται στο πλαίσιο επιχειρηματικής δραστηριότητας, δεν συνιστούν εισόδημα κατά τον χρόνο δημιουργίας ή απόκτησής τους.
Ως εκ τούτου, η πρωτότυπη κτήση τους δεν γεννά φορολογική υποχρέωση κατά τον χρόνο απόκτησης. Κατά συνέπεια, η φορολόγηση των εν λόγω κρυπτοστοιχείων επέρχεται κατά τον χρόνο διάθεσής τους, λαμβανομένης ως τιμής κτήσης μηδενικής αξίας.
Αντιθέτως, σε περίπτωση οργανωμένης άσκησης δραστηριότητας η αξία κτήσης δύναται να αποδεικνύεται βάσει των οικείων λογιστικών και φορολογικών στοιχείων.
Όλες οι προαναφερόμενες διατάξεις θα έχουν εφαρμογή για τα φορολογικά έτη που αρχίζουν από 1η Ιανουαρίου 2025.





