Σάββατο, 30 Μαΐου, 2026
21.5 C
Rhodes

Ρεύμα: Τι συμβαίνει με τις τιμές – Οι εξαγωγές, οι ΑΠΕ και το «καυτό» καλοκαίρι

Την ώρα που η συζήτηση στην Ευρώπη επικεντρώνεται στις επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή και στην άνοδο των τιμών του φυσικού αερίου, η ελληνική αγορά ηλεκτρισμού εμφανίζει αξιοσημείωτες αντοχές. Παρά τις διεθνείς πιέσεις, οι τιμές παραμένουν χαμηλότερες από τις περισσότερες αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, ενώ η χώρα καταγράφει σχεδόν συνεχείς εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας προς τις γειτονικές αγορές.

Σύμφωνα με την ανάλυση που παρουσίασε χθες ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, η εικόνα αυτή αποδίδεται στη μεγάλη διείσδυση των ΑΠΕ, στις ολοένα συχνότερες μηδενικές τιμές κατά τις μεσημεριανές ώρες, και στα υψηλά υδροηλεκτρικά αποθέματα. Το ερώτημα πλέον είναι κατά πόσο οι παράγοντες αυτοί θα συνεχίσουν να λειτουργούν ως ανάχωμα στις ανοδικές πιέσεις κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΥΠΕΝ, η μέση χονδρεμπορική τιμή στην Ελλάδα τον Μάιο διαμορφώθηκε στα 89 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 102 ευρώ στη Βουλγαρία, 110 ευρώ στη Ρουμανία και 107 ευρώ στην Ουγγαρία. Παράλληλα, οι τιμές παραμένουν κοντά στα επίπεδα της αντίστοιχης περσινής περιόδου, παρά το δυσμενέστερο διεθνές περιβάλλον για το φυσικό αέριο.

Ωστόσο, ο μέσος όρος δεν αποτυπώνει πλήρως την πραγματικότητα. Η αγορά ηλεκτρισμού εμφανίζει πλέον έντονες διακυμάνσεις. Κατά τις μεσημεριανές ώρες, όταν η παραγωγή των φωτοβολταϊκών κορυφώνεται, οι τιμές καταρρέουν και σε αρκετές περιπτώσεις μηδενίζονται. Αντίθετα, τις πρωινές, απογευματινές και βραδινές ώρες, όταν η συμμετοχή των φωτοβολταϊκών περιορίζεται, οι τιμές παραμένουν σημαντικά υψηλότερες.

Όπως εξήγησε ο κ. Τσάφος, αν αφαιρεθούν οι ώρες έντονης ηλιοφάνειας, οι τιμές της αγοράς διαμορφώνονται συχνά στην περιοχή των 120-125 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Με άλλα λόγια, η μέση τιμή των 89 ευρώ δεν αντανακλά μια ομοιόμορφα φθηνή αγορά, αλλά προκύπτει από τον συνδυασμό πολλών ωρών με μηδενικές ή πολύ χαμηλές τιμές και άλλων ωρών με σαφώς υψηλότερο κόστος.

Η μεγάλη διείσδυση των φωτοβολταϊκών έχει αναλάβει πλέον τον βασικό ρόλο συγκράτησης του μέσου κόστους ηλεκτρικής ενέργειας. Παρότι το φυσικό αέριο εξακολουθεί να κινείται σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με προηγούμενες περιόδους, οι πολλές ώρες φθηνής ή μηδενικής παραγωγής από ΑΠΕ εξισορροπούν την πίεση που ασκούν οι θερμικές μονάδες στην αγορά.

Το καλοκαίρι αναμένεται να αυξηθεί η κατανάλωση λόγω κλιματιστικών και τουρισμού, αλλά ταυτόχρονα θα αυξηθεί και η παραγωγή των φωτοβολταϊκών, καθώς οι θερινοί μήνες αποτελούν περίοδο μέγιστης απόδοσης. Το βασικό ερώτημα είναι αν η πρόσθετη παραγωγή από ΑΠΕ θα συνεχίσει να υπερκαλύπτει την αύξηση της ζήτησης και να διατηρεί την πίεση προς τα κάτω στις τιμές.

Στην εικόνα αυτή προστίθενται και τα υψηλά υδροηλεκτρικά αποθέματα, τα οποία σύμφωνα με το ΥΠΕΝ βρίσκονται σε ιδιαίτερα ικανοποιητικά επίπεδα και αποτελούν ένα πρόσθετο «μαξιλάρι» για το σύστημα ενόψει των μηνών υψηλής ζήτησης.

Οι εξαγωγές, η Βουλγαρία και το φαινόμενο του decoupling

Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα στοιχεία που καταγράφονται φέτος είναι η αυξανόμενη απόκλιση της ελληνικής αγοράς από τις γειτονικές αγορές. Η Ελλάδα εξάγει ηλεκτρική ενέργεια προς τη Βουλγαρία σχεδόν σε όλη τη διάρκεια του 24ώρου, με τις εξαγωγές να καταγράφονται στο 96% των ωρών του Μαΐου.

Παράλληλα, η ελληνική αγορά παραμένει συστηματικά φθηνότερη από τη βουλγαρική. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, δεν καταγράφονται ώρες κατά τις οποίες η Βουλγαρία εμφανίζεται φθηνότερη από την Ελλάδα, γεγονός που αμφισβητεί το σενάριο σύμφωνα με το οποίο η χώρα εξάγει φθηνή ενέργεια το μεσημέρι και την επανεισάγει ακριβότερα τις βραδινές ώρες.

Κατά τον κ. Τσάφο, οι μεγάλες εξαγωγές οδηγούν συχνά σε κορεσμό των διασυνδέσεων, με αποτέλεσμα η ελληνική αγορά να αποσυνδέεται προσωρινά από τις ακριβότερες αγορές της περιοχής. Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως decoupling, σημαίνει ότι οι υψηλότερες τιμές που επικρατούν στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία δεν μεταφέρονται αυτομάτως στην ελληνική αγορά.

Η εξέλιξη αυτή λειτουργεί σήμερα υπέρ της Ελλάδας, καθώς επιτρέπει στη χώρα να διατηρεί χαμηλότερες τιμές παρά το γεγονός ότι οι περισσότερες αγορές της περιοχής κινούνται σε υψηλότερα επίπεδα. Όπως σημείωσε ο υφυπουργός, η Ελλάδα αποκτά πλέον χαρακτηριστικά καθαρής εξαγωγικής αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, αντίστοιχα με χώρες που διαθέτουν μεγάλη παραγωγή και ισχυρή εξαγωγική παρουσία. «Έχουμε γίνει μίνι Σουηδία» είναι η ατάκα που χρησιμοποίησε χθες ο υφυπουργός για να δείξει την εξέλιξη που φέρνει στην αγορά η αυξημένη διείσδυση των ΑΠΕ.

Οι μπαταρίες και το επόμενο βήμα της αγοράς

Αν οι μηδενικές τιμές αποτελούν το χαρακτηριστικό γνώρισμα της σημερινής αγοράς, η αποθήκευση ενέργειας θεωρείται το επόμενο μεγάλο βήμα για την εξομάλυνση αυτών των ακραίων διακυμάνσεων.

Η ύπαρξη πολλών ωρών με μηδενικές τιμές και άλλων με ιδιαίτερα υψηλές τιμές δημιουργεί ισχυρό οικονομικό κίνητρο για την ανάπτυξη μπαταριών. Ήδη, σύμφωνα με τον κ. Τσάφο, στο σύστημα συμμετέχουν περίπου 150 MW αποθήκευσης, ενώ νέα έργα που έχουν προκύψει από τους σχετικούς διαγωνισμούς βρίσκονται σε διαδικασία αξιολόγησης και υλοποίησης.

Η προσθήκη νέων μονάδων αποθήκευσης αναμένεται να επιτρέψει τη μεταφορά φθηνής ενέργειας από τις μεσημεριανές ώρες προς τις βραδινές, περιορίζοντας την ανάγκη λειτουργίας μονάδων φυσικού αερίου και μειώνοντας τις διακυμάνσεις των τιμών.

Παράλληλα, εμφανίστηκε επιφυλακτικός απέναντι στις εκτιμήσεις για το πραγματικό μέγεθος της αποθήκευσης που διαθέτει η Βουλγαρία, σημειώνοντας ότι τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά στοιχεία παραμένουν ελλιπή και δεν επιτρέπουν ασφαλή συμπεράσματα για τη συμβολή των μπαταριών στη διαμόρφωση των τιμών.

Η διαπραγμάτευση για τα φωτοβολταϊκά

Την ίδια στιγμή, σε εξέλιξη βρίσκεται η διαπραγμάτευση της Αθήνας με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το καθεστώς αποζημίωσης των φωτοβολταϊκών σταθμών εξαιτίας των μηδενικών και αρνητικών τιμών που προκαλούν μεγάλες απώλειες εσόδων.

Η βασική ελληνική διεκδίκηση αφορά την αλλαγή του τρόπου αποζημίωσης των φωτοβολταϊκών σταθμών που λειτουργούν με Συμβάσεις Ενίσχυσης Διαφορικής Προσαύξησης (ΣΕΔΠ). Σήμερα, η Ελλάδα δεν πληρώνει τις μηδενικές τιμές που έχουν διάρκεια πάνω από δυο ώρες, τις οποίες πληρώνουν οι περισσότερες άλλες χώρες.

Το σκηνικό αυτό, το ΥΠΕΝ επιχειρεί να το αλλάξει. Στο τραπέζι βρίσκονται επίσης και άλλα ζητήματα του κλάδου όπως η παράταση κατά 5 έτη των συμβάσεων. Οι αποφάσεις των Βρυξελλών αναμένονται μέσα στον επόμενο μήνα και θεωρούνται κρίσιμες τόσο για την οικονομική βιωσιμότητα των επενδύσεων σε ΑΠΕ όσο και για τη μελλοντική δομή της ελληνικής αγοράς ηλεκτρισμού.

- Advertisement -spot_img

Διαβάστε Επίσης

- Advertisement -spot_img

Περισσότερα

- Advertisement -spot_img

Πρόσφατες Ειδήσεις

- Advertisement -spot_img