Οταν πριν από πέντε χρόνια ο Αγαθάγγελος Παπαδόπουλος γινόταν ειδικός φρουρός, σκεφτόταν ότι η ασφάλεια της σταθερής δουλειάς ήταν αρκετή για να αντισταθμίσει τις επικίνδυνες συνθήκες, τη ζωή σε βάρδιες πρωί, απόγευμα, νύχτα, Σαββατοκύριακα με αμοιβή 1.000 ευρώ. Πολύ γρήγορα κατάλαβε ότι αυτή η αμοιβή δεν επαρκούσε για να τα βγάζει πέρα. Η δεύτερη δουλειά ήταν μονόδρομος. Στο δεύτερο μεροκάματο, στην οικοδομή, άφησε την τελευταία του πνοή, μόλις 31 ετών, πλακωμένος από τα μπάζα ενός σπιτιού που κατέρρευσε στο Πασαλιμάνι, την προπερασμένη Τρίτη.
Το τραγικό τέλος του Αγαθάγγελου, που υπηρετούσε στην ομάδα ΔΙΑΣ Νοτιοανατολικής Αττικής, ανέδειξε την παράλληλη μάχη χιλιάδων αστυνομικών τόσο κόντρα στην εγκληματικότητα όσο και για την επιβίωση με αξιοπρέπεια. Ο Αγαθάγγελος Παπαδόπουλος καταγόταν από ένα χωριό των Γρεβενών. Εκεί τον αποχαιρέτησαν χθες η οικογένειά του και οι φίλοι του.
Χιλιάδες ένστολοι εργάζονται παράλληλα προκειμένου να αντεπεξέλθουν στο αυξημένο κόστος ζωής. Κάποιες εκατοντάδες έχουν λάβει ειδική άδεια και εργάζονται εν γνώσει της υπηρεσίας τους, αφού υπάρχει, υπό προϋποθέσεις, αυτή η πρόβλεψη, όπως ισχύει για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους. Πολλοί περισσότεροι, όμως, εργάζονται «μαύρα» και περιστασιακά, όπως ο Αγαθάγγελος. Delivery, οικοδομή, μετακομίσεις, κτηματομεσιτικά, οι πιο συνηθισμένες δεύτερες δουλειές.
Το ζήτημα των χαμηλών μισθών είναι διαχρονικό πρόβλημα και ειδικά για τους ενστόλους έχει πολλαπλάσιες συνέπειες αφού, εκτός απ’ όσους αναζητούν συμπλήρωμα για την επιβίωση με τιμιότητα και αξιοπρέπεια, υπάρχουν κι εκείνοι που ψάχνουν το εύκολο και βρώμικο χρήμα. Ταυτόχρονα οι χαμηλές αποδοχές αποτελούν ένα μέρος της απάντησης στο ζήτημα της απροθυμίας τους να υπηρετήσουν σε μεγάλα αστικά κέντρα, όπου οι ανάγκες της αστυνόμευσης είναι τεράστιες και αυξάνονται διαρκώς. Οι περισσότεροι αστυνομικοί κατάγονται από την περιφέρεια κι εκεί, στον «τόπο συμφερόντων» τους, επιδιώκουν να υπηρετούν. Ακόμη κι αν δεν έχουν δικό τους σπίτι, τα ενοίκια είναι πολύ χαμηλότερα και δεν απαιτείται μισός μισθός για ένα δυάρι. Αν υπάρχει και κάποιο χωράφι που να δίνει συμπληρωματικό εισόδημα, τότε ο μισθός της Αστυνομίας φαντάζει μεγαλύτερος από αυτό που πραγματικά είναι.
Για την ηγεσία του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη η ενίσχυση των υπηρεσιών στα μεγάλα αστικά κέντρα και ειδικά στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη αποτελεί την πιο δύσκολη εξίσωση. Τους τελευταίους μήνες, με το καθεστώς της τρίμηνης απόσπασης, 1.000 αστυνομικοί από την περιφέρεια βρίσκονται σε υπηρεσίες αιχμής της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Το κίνητρο είναι φυσικά οικονομικό, αφού λαμβάνουν πάνω από 4.000 ευρώ τον μήνα, με το Δημόσιο να πληρώνει εκτός έδρας, οδοιπορικά, ημερήσια αποζημίωση για το φαγητό και διανυκτερεύσεις σε ξενοδοχείο. Οπως σημειώνουν συνδικαλιστές αστυνομικοί, η προσπάθεια είναι κατανοητή, αλλά πρακτικά ατελέσφορη, αφού αυτοί οι 1.000 άνθρωποι και κοστίζουν και θα επιστρέψουν στις υπηρεσίες τους χωρίς καλά-καλά να καταλάβουν τι συμβαίνει στην Αθήνα. «Αν γινόταν δεκτό το αίτημά μας για αύξηση των αποδοχών μέσω επιδόματος δυσμενούς διαβίωσης, θα ήταν ευκολότερο να μετακινηθούν άνθρωποι από την περιφέρεια προς τα αστικά κέντρα», υποστηρίζουν.
Οι μισθοί
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία για τις αποδοχές των αστυνομικών, ένας ειδικός φρουρός που μόλις προσλαμβάνεται ή ένας αστυφύλακας που βγαίνει από τη σχολή παίρνει καθαρά λίγο πάνω από 1.000 ευρώ (από 1.023 έως 1.080 ευρώ), που περιλαμβάνουν, εκτός από τον βασικό μισθό, κατά μέσο όρο 180 ευρώ για την απασχόληση πέραν του πενθημέρου και άλλα 177 ευρώ για 64 ώρες νυχτερινής απασχόλησης κάθε μήνα.
Ενας αστυνόμος Β’, έγγαμος και χωρίς παιδιά έπειτα από 11 χρόνια υπηρεσίας παίρνει καθαρά 1.520 ευρώ.
Οπως λέει στο «ΘΕΜΑ» ο κ. Νίκος Χρήστου, γενικός διευθυντής της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών και Επιτελικού Σχεδιασμού του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, μόνο όσοι υπηρετούν σε μάχιμες υπηρεσίες, όπως τα ΜΑΤ και η ΟΠΚΕ, λαμβάνουν ειδικό επίδομα ύψους 280 ευρώ τον μήνα μεικτά. Αυτοί είναι περίπου 800 σε όλη την Ελλάδα και οι καθαρές αποδοχές τους φτάνουν περίπου στα 1.150 ευρώ. Τα χρήματα αυτά αφορούν τη χαμηλότερη βαθμίδα. Από 100 έως 150 ευρώ περισσότερα είναι τα χρήματα που λαμβάνουν οι υπαστυνόμοι Β’, οι αξιωματικοί δηλαδή που βγαίνουν από τις σχολές προτού αρχίσουν να εξελίσσονται βαθμολογικά και μισθολογικά.
Οι αμοιβές των αξιωματικών βελτιώνονται από τον βαθμό του αστυνομικού υποδιευθυντή και πάνω. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι αστυνομικοί συνταξιοδοτούνται στα 55 τους χρόνια, εξαιρουμένων των ανώτατων που μπορεί να φτάσουν έως και τα 65, βάσει των υπηρεσιακών αναγκών και αυτό ισχύει για όλους τους ένστολους, αν και σπάνια κάποιος παραμένει εντέλει πάνω από τα 61-62. Προϋπόθεση για συνταξιοδότηση στα 55 είναι να έχουν συμπληρωθεί 40 χρόνια υπηρεσίας, εκ των οποίων τα 5 είναι πλασματικά από μάχιμες υπηρεσίες. Πέραν των 55 με αίτησή του, κάποιος μπορεί να παραμείνει έως και πέντε επιπλέον χρόνια και δεν είναι λίγοι εκείνοι που το κάνουν για λόγους οικονομικούς.
Αλλωστε, όπως σημειώνει ο κ. Χρήστου, μετά τα 25 χρόνια υπηρεσίας οι αποδοχές είναι αισθητά βελτιωμένες: οι αξιωματικοί λαμβάνουν γύρω στα 2.500 και αγγίζουν τα 3.000 ευρώ οι ανώτατοι. Οι αστυφύλακες που προάγονται στον βαθμό του ανθυπαστυνόμου ή του υπαστυνόμου υπό προϋποθέσεις εκπαίδευσης και σεμιναρίων λαμβάνουν καταληκτικό μισθό 1.800-1.850 καθαρά.
Σε δύο υπηρεσίες, τη Βουλή και την Εσωτερικών Υποθέσεων, όπως και όσοι υπηρετούν αποσπασμένοι στην ΕΥΠ, λαμβάνουν επίδομα που κυμαίνεται μεταξύ 300 και 350 ευρώ, γεγονός που κάνει αυτές τις υπηρεσίες ιδιαίτερα ελκυστικές. Τα τελικά ποσά των μισθών εξαρτώνται και από την οικογενειακή κατάσταση του καθενός και τον αριθμό των παιδιών του, αλλά και από το αν ανήκει στο Ταμείο της πρώην Αστυνομίας Πόλεων ή της πρώην Χωροφυλακής, αφού τα ασφαλιστικά ταμεία δεν ακολούθησαν την ενοποίηση των δύο Σωμάτων και οι κρατήσεις διαφέρουν.
Σε πρώτη ανάγνωση, θα μπορούσε κάποιος να διαπιστώσει ότι ένας πρωτοδιόριστος των Δημόσιο, ακόμη και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, έχει χαμηλότερες αποδοχές από τον αστυφύλακα που μόλις προσλαμβάνεται. Η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει το στοιχείο της επικινδυνότητας. Σε κάθε βάρδια ο αστυνομικός μπορεί να έρθει αντιμέτωπος με κάθε λογής κινδύνους. Ο Γιώργος Λυγγερίδης, τον περασμένο Δεκέμβριο, είχε ξεκινήσει για τη δουλειά του, λίγες ώρες αργότερα βρέθηκε στην Εντατική χτυπημένος από ναυτική φωτοβολίδα στη διάρκεια επεισοδίων που ενορχήστρωσαν πρόσωπα που παραμένουν ακόμη άγνωστα στη Δικαιοσύνη, και δεν επέστρεψε ποτέ στο σπίτι και τους δικούς του ανθρώπους.
Ηταν μόλις 31 ετών. Οπως δεν επέστρεψε από τη βάρδιά του ένας ακόμη αστυνομικός, που σκοτώθηκε στη διάρκεια καταδίωξης Ρομά λίγες ημέρες πριν από τα περασμένα Χριστούγεννα. Εκτός υπηρεσίας ήταν και ο αστυνομικός στη Θεσσαλονίκη που μπήκε στη μέση για να σταματήσει καβγά σε μπαρ και δολοφονήθηκε από έναν Νορβηγό λίγο πριν από την Πρωτοχρονιά.





