Δευτέρα, 31 Αυγούστου, 2026
26 C
Rhodes

Εφορία: Τα 4 δικαιώματα που γίνονται «όπλα» όταν αρχίζει ο έλεγχος

Η έναρξη ενός φορολογικού ελέγχου δεν σημαίνει ότι ο λογαριασμός έχει ήδη κλείσει. Από τη στιγμή που κοινοποιείται η εντολή ελέγχου μέχρι τον τελικό καταλογισμό φόρων και προστίμων υπάρχουν συγκεκριμένα «παράθυρα» στα οποία ο φορολογούμενος μπορεί να παρέμβει, να διορθώσει λάθη, να αντικρούσει τα ευρήματα των ελεγκτών και να αμφισβητήσει την απόφαση της εφορίας.

Πρόκειται ουσιαστικά για τέσσερις γραμμές άμυνας που ενεργοποιούνται σε διαφορετικά στάδια της διαδικασίας: τη δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης ακόμη και μετά την έναρξη του ελέγχου, το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης πριν «κλειδώσει» ο καταλογισμός, την πρόσβαση στα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και, εφόσον η διαφορά παραμένει, την προσφυγή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών και στη συνέχεια στα διοικητικά δικαστήρια.

  1. Διόρθωση ακόμη και μετά την έναρξη του ελέγχου

Το πρώτο και ίσως σημαντικότερο «όπλο» βρίσκεται στην αρχή της διαδικασίας. Η κοινοποίηση εντολής ελέγχου δεν σημαίνει ότι κλείνει αυτομάτως η δυνατότητα υποβολής φορολογικής δήλωσης.

Ακόμη και μετά την κοινοποίηση της εντολής ελέγχου ή πρόσκλησης παροχής πληροφοριών μπορεί να υποβληθεί εκπρόθεσμη αρχική ή τροποποιητική δήλωση, μέχρι το χρονικό σημείο που προβλέπει η φορολογική νομοθεσία και πριν από την κοινοποίηση του προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου.

Αυτό σημαίνει ότι ένα λάθος ή μια παράλειψη μπορεί να διορθωθεί ακόμη και όταν ο έλεγχος έχει ήδη αρχίσει. Η χρονική στιγμή όμως είναι καθοριστική, καθώς μετά την κοινοποίηση του προσωρινού προσδιορισμού η υπόθεση περνά στο επόμενο στάδιο.

Το κρίσιμο επομένως δεν είναι μόνο αν έχει αρχίσει ο έλεγχος, αλλά σε ποιο σημείο βρίσκεται.

  1. Οι 20 ημέρες που μπορούν να αλλάξουν τον καταλογισμό

Το δεύτερο κρίσιμο στάδιο έρχεται όταν οι ελεγκτές έχουν ολοκληρώσει το βασικό μέρος της έρευνας και έχουν καταλήξει στα πρώτα ευρήματά τους.

Η Φορολογική Διοίκηση κοινοποιεί σημείωμα διαπιστώσεων με τα αποτελέσματα του ελέγχου, μαζί με τον προσωρινό διορθωτικό προσδιορισμό του φόρου και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, τον προσωρινό προσδιορισμό του προστίμου. Η λέξη «προσωρινός» έχει εδώ ιδιαίτερη σημασία. Ο λογαριασμός δεν έχει ακόμη οριστικοποιηθεί.

Από την κοινοποίηση αρχίζει να μετρά η προθεσμία των 20 ημερών, μέσα στην οποία ο φορολογούμενος έχει δικαίωμα να διατυπώσει εγγράφως τις απόψεις του και να προσκομίσει στοιχεία που αντικρούουν τις διαπιστώσεις του ελέγχου. Οι απόψεις αυτές πρέπει να αξιολογηθούν πριν συνταχθεί η τελική έκθεση ελέγχου.

Στην πράξη, το 20ήμερο αποτελεί το βασικό «παράθυρο» άμυνας πριν από την οριστική πράξη. Αν, για παράδειγμα, ο έλεγχος θεωρήσει μια τραπεζική πίστωση ως αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας, στο διάστημα αυτό μπορούν να προσκομιστούν στοιχεία που αποδεικνύουν διαφορετική προέλευση των χρημάτων. Το ίδιο ισχύει για παραστατικά, δαπάνες ή άλλα δεδομένα μιας επιχείρησης που θεωρείται ότι δεν αξιολογήθηκαν σωστά.

  1. Πρόσβαση στον φάκελο του ελέγχου

Για να αντικρουστεί ένας καταλογισμός πρέπει πρώτα να είναι γνωστό πάνω σε ποια στοιχεία στηρίχθηκε.

Ο φορολογούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει αντίγραφα των εγγράφων στα οποία βασίζονται ο προσωρινός διορθωτικός προσδιορισμός φόρου και ο προσωρινός προσδιορισμός προστίμου. Παράλληλα έχει δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα του διοικητικού φακέλου που αφορούν την υπόθεσή του, με τις προϋποθέσεις και τις εξαιρέσεις που προβλέπει η νομοθεσία, μεταξύ άλλων για το φορολογικό απόρρητο. Και εδώ υπάρχει συγκεκριμένο χρονικό όριο: η Διοίκηση πρέπει μέσα σε 20 ημέρες είτε να χορηγήσει τα έγγραφα είτε να απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα.

Με απλά λόγια, ο φορολογούμενος δεν είναι υποχρεωμένος να αμυνθεί «στα τυφλά». Μπορεί να γνωρίζει ποια στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τον καταλογισμό και πάνω σε αυτά να οργανώσει τις αντιρρήσεις του.

  1. Η προσφυγή όταν ο λογαριασμός γίνει οριστικός

Αν μετά τις αντιρρήσεις εκδοθεί οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή επιβολής προστίμου και εξακολουθεί να υπάρχει διαφωνία, ενεργοποιείται η τέταρτη γραμμή άμυνας: η ενδικοφανής προσφυγή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ).

Η ΔΕΔ επανεξετάζει διοικητικά την πράξη που αμφισβητείται, με βάση τους λόγους, τα στοιχεία και τα έγγραφα που επικαλείται ο φορολογούμενος.

Για τους φορολογικούς κατοίκους Ελλάδας η ενδικοφανής προσφυγή υποβάλλεται, κατά κανόνα, μέσα σε 30 ημέρες από την κοινοποίηση της πράξης. Για τους κατοίκους εξωτερικού η προθεσμία είναι 60 ημέρες, ενώ το διάστημα από την 1η έως και την 31η Αυγούστου δεν προσμετράται στις σχετικές προθεσμίες.

Η προσφυγή στη ΔΕΔ δεν είναι προαιρετικός ενδιάμεσος σταθμός για τις υποθέσεις στις οποίες προβλέπεται ενδικοφανής προσφυγή. Πρέπει να προηγηθεί πριν ανοίξει ο δρόμος για τα διοικητικά δικαστήρια.

Με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής αναστέλλεται, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, η καταβολή του 50% του αμφισβητούμενου ποσού, εφόσον καταβληθεί το υπόλοιπο 50%. Παράλληλα υπάρχει δυνατότητα υποβολής αιτήματος αναστολής της καταβολής, το οποίο εξετάζεται από τη ΔΕΔ.

Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών έχει κατά κανόνα 120 ημέρες για να αποφανθεί επί της προσφυγής. Αν η υπόθεση δεν λυθεί στο διοικητικό αυτό στάδιο, ανοίγει στη συνέχεια ο δρόμος για τα αρμόδια διοικητικά δικαστήρια.

Ο φορολογικός έλεγχος επομένως δεν είναι μια διαδικασία που ξεκινά με την εντολή και τελειώνει αυτομάτως με έναν λογαριασμό. Έχει διαδοχικά στάδια και κάθε στάδιο έχει τη δική του προθεσμία: πριν από τον προσωρινό προσδιορισμό υπάρχει το περιθώριο της δήλωσης, μετά τα πρώτα ευρήματα ανοίγει το 20ήμερο των αντιρρήσεων, παράλληλα υπάρχει πρόσβαση στον φάκελο και, μετά την οριστική πράξη, η διαδρομή της ΔΕΔ. Το κλειδί βρίσκεται στον χρόνο, καθώς κάθε δικαίωμα πρέπει να ασκηθεί πριν κλείσει το αντίστοιχο «παράθυρο».

- Advertisement -spot_img

Διαβάστε Επίσης

- Advertisement -spot_img

Περισσότερα

- Advertisement -spot_img

Πρόσφατες Ειδήσεις

- Advertisement -spot_img