Την έντονη εποχικότητα του ελληνικού τουρισμού αποτυπώνει νεότερη έρευνα της Eurobank στην αγορά εργασίας το α’ τρίμηνο του 2026, με την ανεργία να ανεβαίνει κυρίως σε νησιωτικές περιφέρειες, την ώρα που τα καταλύματα και η εστίαση παραμένουν από τους μεγάλους εργοδότες της χώρας.
Μεγάλος εργοδότης, αλλά με βαθιά εποχικότητα, παραμένει ο τουρισμός για στην ελληνική οικονομία. Τα στοιχεία του α’ τριμήνου του 2026 δείχνουν ότι πριν από την πλήρη εκκίνηση της σεζόν, η ανεργία ανέβηκε έντονα σε τουριστικές περιφέρειες με έντονη εξάρτηση από τον τουρισμό, ενώ τα καταλύματα και η εστίαση απασχολούσαν ήδη 332.200 εργαζομένους.
Σύμφωνα με το δελτίο «7 Ημέρες Οικονομία» της Eurobank Research, η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται στο πρώτο τρίμηνο του 2026, με ρυθμό 2% σε ετήσια βάση, πάνω από την Ευρωζώνη, η οποία κινήθηκε στο 0,3%.
Πίσω από τη συνολική ανθεκτικότητα, όμως, η αγορά εργασίας δείχνει την αδυναμία του τουριστικού μοντέλου: η μεγάλη εξάρτηση από τους μήνες αιχμής αφήνει έντονο αποτύπωμα πριν ξεκινήσει πλήρως η σεζόν. Το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε στο 10,6% το α’ τρίμηνο του 2026, από 10,4% έναν χρόνο νωρίτερα, για πρώτη φορά από το α’ τρίμηνο του 2024.
Η άνοδος ήταν ιδιαίτερα έντονη στις νησιωτικές περιφέρειες. Στο Νότιο Αιγαίο, η ανεργία έφθασε στο 29,9%, αυξημένη κατά 9,8 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με πέρυσι. Ήταν το υψηλότερο ποσοστό στη χώρα και ταυτόχρονα η μεγαλύτερη ετήσια αύξηση. Στα Ιόνια Νησιά, η ανεργία διαμορφώθηκε στο 23,6%, από 20,3% το α’ τρίμηνο του 2025. Η εικόνα δείχνει πόσο ευάλωτες παραμένουν οι τουριστικές περιοχές στο διάστημα πριν από τη θερινή αιχμή.
Την ίδια ώρα, ο τουρισμός εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στήριγμα της απασχόλησης. Οι δραστηριότητες καταλύματος και εστίασης απασχολούσαν το α’ τρίμηνο του 2026 περίπου 332.200 εργαζομένους, με μερίδιο 7,8% στη συνολική απασχόληση.
Η βαρύτητα του κλάδου φαίνεται και στις αμοιβές. Οι συνολικές αμοιβές εξαρτημένης εργασίας αυξήθηκαν κατά 4,5%, ή κατά 994,1 εκατ. ευρώ, με τη μεγαλύτερη συμβολή να προέρχεται από τους κλάδους χονδρικού και λιανικού εμπορίου, μεταφοράς, αποθήκευσης και τουρισμού, όπου η αύξηση έφθασε τα 288,4 εκατ. ευρώ.
Παράλληλα, ο ευρύτερος κλάδος εμπορίου, μεταφορών, καταλυμάτων και εστίασης υποχώρησε κατά 1,7% σε ετήσια βάση, κυρίως λόγω ασθενέστερης δραστηριότητας στις μεταφορές και την εστίαση.

