Από την αρχή του πολέμου και μέσα σε λίγες εβδομάδες, το κόστος των αεροπορικών καυσίμων εκτοξεύθηκε έως και 70% – 100%, αλλάζοντας απότομα τους όρους του παιχνιδιού για τις αεροπορικές. Το εισιτήριο όμως δεν ακολούθησε με τον ίδιο τρόπο. Αντί να ακριβύνει αισθητά ευθέως, άρχισε να «αδειάζει»: η βαλίτσα, η θέση και ακόμη και η χειραποσκευή μετατράπηκαν σε έξτρα χρεώσεις. Πίσω από αυτή τη σιωπηλή μετατόπιση, η οποία είχε ξεκινήσει να εφαρμόζεται σταδιακά τα τελευταία χρόνια, δεν βρίσκεται μόνο η γεωπολιτική ένταση, αλλά ένας πιο σταθερός παράγοντας: Η πίεση της πράσινης μετάβασης, η οποία αλλάζει πλέον τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η πραγματική τιμή του ταξιδιού.
Οι τάσεις ESG στην Ελλάδα και πως επηρεάζονται οι επιχειρήσεις από τις αλλαγές στην ευρωπαϊκή νομοθεσία
Η τιμή του εισιτηρίου δεν είναι αυτή που βλέπουμε
Η αεροπορία λειτουργεί πάντα υπό την πίεση της ενέργειας, όμως η πρόσφατη γεωπολιτική ένταση επανέφερε το πρόβλημα στην πιο έντονη εκδοχή του. Τα καύσιμα παραμένουν ο μεγαλύτερος και πιο ασταθής παράγοντας κόστους, φτάνοντας σε περιόδους μεταβλητότητας να απορροφούν έως και το ένα τρίτο των λειτουργικών δαπανών των αεροπορικών εταιρειών, σύμφωνα με την Διεθνή Ένωση Αερομεταφορών (IATA).
Η κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή προκάλεσε ένα από τα πιο απότομα σοκ των τελευταίων ετών. Οι τιμές του jet fuel, που πριν την έναρξη των επιθέσεων κινούνταν στα επίπεδα των 85–90 δολαρίων το βαρέλι, εκτοξεύθηκαν μέσα σε λίγες ημέρες στα 150 έως και 200 δολάρια, δηλαδή αύξηση που σε ορισμένες περιπτώσεις ξεπερνά το 70% έως και το 100%, σύμφωνα με διεθνή στοιχεία της αγοράς. Σήμερα κινούνται στα 180 με 210 δολάρια το βαρέλι ενώ στα τέλη Ιανουαρίου ήταν στα 95 δολάρια.
Όπως έχει επισημάνει η IATA σε πρόσφατες εκτιμήσεις της για τον κλάδο, «το κόστος καυσίμων παραμένει ο μεγαλύτερος παράγοντας αβεβαιότητας για τις αεροπορικές εταιρείες, επηρεάζοντας άμεσα τόσο τη στρατηγική τιμολόγησης όσο και τη συνολική κερδοφορία».
Αυτό που αλλάζει πλέον, ωστόσο, δεν είναι μόνο το ύψος της τιμής, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτή εμφανίζεται. Οι αεροπορικές ανεβάζουν τις τιμές συγκρατημένα και μετακυλίουν το υπόλοιπο κόστος στη δομή του εισιτηρίου. Το βασικό εισιτήριο παραμένει σχετικά χαμηλό, αλλά απογυμνώνεται από υπηρεσίες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν δεδομένες.
Η χειραποσκευή είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η 8κιλη βαλίτσα δεν έχει εξαφανιστεί από το ταξίδι, αλλά από την τιμή, κάτι που μέχρι πολύ πρόσφατα – τουλάχιστον σε πολλές εταιρείες- δεν ίσχυε. Επανεμφανίζεται ως ξεχωριστή χρέωση, όπως και η επιλογή θέσης, μεγαλύτερης ή επιπλέον βαλίτσας ή η προτεραιότητα επιβίβασης, πρακτικές που ίσχυαν και παλαιότερα. Το αποτέλεσμα είναι ότι η τιμή που βλέπει ο επιβάτης δεν είναι πλέον η τελική και με βάση τις πιο πρόσφατες εξελίξεις, δεν περιέχει την 8κιλη ή 10κιλη βαλίτσα. Αυτό επιβεβαιώνεται εάν κάνει κάποιος δοκιμή, να αγοράσει εισιτήριο για τον ίδιο προορισμό που είχε αγοράσει πριν από δύο μήνες. Ενώ σε πολλές αεροπορικές, η τιμή περιείχε την 8κιλη ή 10κιλη αποσκευή, πλέον αυτές δεν είναι δεδομένες και έχουν επιπλέον χρέωση. Η μόνη αποσκευή που περιλαμβάνεται είναι αυτή που χωράει κάτω από το κάθισμα του μπροστινού επιβάτη.
Η πίεση του άνθρακα και η «σιωπηλή» μετακύλιση
Πίσω από αυτή τη μετατόπιση λειτουργεί μια διπλή πίεση. Από τη μία πλευρά βρίσκονται τα καύσιμα, που καθορίζουν άμεσα το λειτουργικό κόστος. Από την άλλη, όμως, αναδύεται σταθερά και η πίεση της πράσινης μετάβασης.
Η αεροπορία καλείται να μειώσει το αποτύπωμα άνθρακα μέσω μηχανισμών αντιστάθμισης εκπομπών, επενδύσεων σε καθαρότερες τεχνολογίες και σταδιακής χρήσης βιώσιμων καυσίμων. Το πρόβλημα είναι ότι αυτά τα καύσιμα παραμένουν πολλαπλάσια ακριβότερα από τα συμβατικά, ενώ η διαθεσιμότητά τους είναι ακόμη περιορισμένη.
Το κόστος αυτό δεν εμφανίζεται ως ξεχωριστή επιβάρυνση στον επιβάτη. Δεν υπάρχει μια σαφής γραμμή που να γράφει «πράσινη μετάβαση». Ωστόσο, επηρεάζει συνολικά το οικονομικό μοντέλο των εταιρειών, οι οποίες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανταγωνιστικότητα των τιμών και στην αύξηση των δαπανών. Και εκεί επιλέγεται η πιο «αθόρυβη» λύση: Η μετακύλιση σε επιμέρους χρεώσεις.
Η πραγματική τιμή αποκαλύπτεται στο τέλος
Η αλλαγή αυτή δημιουργεί ένα νέο μοντέλο τιμολόγησης. Το εισιτήριο παύει να είναι ένα πλήρες προϊόν και μετατρέπεται σε μια βάση πάνω στην οποία προστίθενται υπηρεσίες. Η αρχική τιμή λειτουργεί ως σημείο εισόδου, ενώ το πραγματικό κόστος διαμορφώνεται σταδιακά, καθώς ο επιβάτης προσθέτει όσα θεωρεί απαραίτητα.
Σε αυτό το περιβάλλον, η έννοια της «φθηνής πτήσης» γίνεται όλο και πιο σχετική. Η τιμή που εμφανίζεται στην αναζήτηση μπορεί να παραμένει χαμηλή, αλλά η τελική δαπάνη αυξάνεται, ενσωματώνοντας τόσο την ενεργειακή πίεση όσο και το κόστος της μετάβασης σε ένα πιο βιώσιμο μοντέλο.
Έτσι, το αποτύπωμα άνθρακα δεν εμφανίζεται άμεσα στο εισιτήριο, αλλά επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αυτό διαμορφώνεται. Και τελικά, γίνεται ορατό εκεί όπου ο επιβάτης δεν το περιμένει: στη βαλίτσα, στη θέση, στο σύνολο των επιλογών που συνθέτουν το ταξίδι. Και κάπως έτσι, το «φθηνό εισιτήριο» δεν καταργήθηκε, απλώς δεν είναι πια αυτό που φαίνεται και αυτό που τελικά πληρώνει ο καταναλωτής.

