Ολοένα και πιο ψηλά στη λίστα των υποηψήφιων μέτρων, τα οποία αναμένεται να ανακοινώσει ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, από το βήμα των εγκαινίων της 90ής ΔΕΘ στις 5 Σεπτεμβρίου 2026, βρίσκεται το σενάριο της αύξησης του κατώτατου μισθού ακόμα και στα 1.000 ευρώ (μεικτά) και μάλιστα από τις αρχές του 2027.
Υπενθυμίζεται πως η επίσημη προγραμματική δέσμευση της κυβέρνησης παραμένουν τα 950 ευρώ (έναντι 920 ευρώ, που είναι σήμερα) τον Απρίλιο του 2027, πλην όμως οι αυξανόμενες πολιτικές πιέσεις που φέρνει η προεκλογική περίοδος, που ατύπως ξεκινά τον Σεπτέμβριο, οι επιπτώσεις του υψηλού πληθωρισμού που έχει φέρει η μαινόμενη κρίση στη Μέση Ανατολή (αν και προς το παρόν κυριαρχεί μια ορισμένη «σταθερότητα» σε σχέση με την «πυρκαγιά» του Φεβρουαρίου-Απριλίου 2026), αλλά και οι μεγαλύτερες των αναμενομένων δημοσιονομικές επιδόσεις, ενισχύουν το πιο γενναιόδωρο σενάριο.
Αυτό, όπως εγκαίρως είχε αποκαλύψει το powergame.gr, προβλέπει αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 80 ευρώ (από τα 920 στα 1.000 ευρώ) και όχι κατά 30 ευρώ (από τα 920 ευρώ στα μόλις 950 ευρώ), τον Ιανουάριο ή το αργότερο τον Φεβρουάριο του 2027 αντί του Απριλίου 2027.
Κορυφαία στελέχη του οικονομικού επιτελείου με τα οποία ήλθε σε επαφή το powergame.gr βρήκαν από πολιτικής και κοινωνικής άποψης εξαιρετικά ελκυστικό, αλλά και οικονομικά και δημοσιονομικά δυνατό, το παραπάνω σενάριο.
Γιατί κερδίζει έδαφος μια γενναία αύξηση μισθών
Και αυτό γιατί μία απόφαση της κυβέρνησης για 1.000 ευρώ κατώτατο μισθό θα μπορούσε να δώσει ένα σαφές μήνυμα εισοδηματικής στήριξης στα πιο ευάλωτα κοινωνικά στρώματα, ειδικά σε συνθήκες υψηλότερου από τον αρχικά αναμενόμενο πληθωρισμό.
Όσον αφορά τον χρόνο εφαρμογής αυτής της αύξησης, στην περίπτωση που οι επόμενες εθνικές εκλογές διεξαχθούν την άνοιξη του 2027 (και συγκεκριμένα αρχές Απριλίου 2027), κάτι που αυτήν τη στιγμή φαίνεται ενδεχομένως το πιο πιθανό σενάριο, τότε δεν θα μπορεί να τηρηθεί το χρονοδιάγραμμα διαβούλευσης (Ιανουάριος – Μάρτιος) για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού που προβλέπει ο υφιστάμενος νόμος, καθώς θα συμπέσει με την προεκλογική περίοδο.
Έτσι, θα πρέπει η σχετική διαδικασία να τρέξει -περνώντας από τη Βουλή μία έκτακτη τροπολογία- νωρίτερα, δηλαδή να έχει ολοκληρωθεί έως το τέλος Δεκεμβρίου του 2026 (με την αύξηση να ισχύει από 1/1/2027), έως το τέλος Ιανουαρίου 2027 (με τον νέο κατώτατο μισθό να ισχύει από 1/2/2027) ή, στην πιο ακραία περίπτωση, έως το τέλος Φεβρουαρίου 2027 (με την αύξηση στον κατώτατο να ισχύει από 1/3/2027).
Οι ίδιες πηγές εκτιμούν πως μία μεγαλύτερη -σε σχέση με εκείνη που έχει έως τώρα δεσμευτεί η κυβέρνηση- αύξηση στον κατώτατο μισθό θα μπορούσε να μη στοιχίσει ακριβά, ιδίως στις πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες κατά βάση πληρώνουν με αυτόν, ειδικά εφόσον η κυβέρνηση αποφασίσει να καταργήσει το τέλος επιτηδεύματος, αλλά και να χαλαρώσει τη φορολόγηση με βάση το τεκμαρτό εισόδημα.
Εξάλλου, πηγές του powergame.gr από υπηρεσιακά στελέχη του υπ. Εργασίας αναφέρουν πως, αν και σύμφωνα με τα στοιχεία του πληροφοριακού συστήματος Εργάνη κοντά στους 600.000 μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα (δηλαδή 1 στους 5) αμείβονται με τον κατώτατο, η εμπειρία της αγοράς δείχνει πως ένα σημαντικό ποσοστό αυτών είναι υποδηλωμένο, δηλαδή αμείβεται με υψηλότερο ποσό εν σχέσει με εκείνο που δηλώνεται, μέσω vouchers, μπόνους ή και χρημάτων «στο χέρι».
Αυτό σημαίνει πως μία ακόμα -πολλώ δε μάλλον αν αυτή αγγίξει τα 1.000 ευρώ- αύξηση του κατώτατου μισθού θα αποτελέσει για μεγάλη μερίδα στην πραγματικότητα μια αλλαγή στο «μέσο» της αμοιβής και όχι μια πραγματική επιβάρυνση στον προϋπολογισμό τους, δηλαδή λίγο-πολύ στη δήλωση αδήλωτων (ή δηλωμένων με άλλη μορφή) μέχρι τώρα αμοιβών.
Κατά τα άλλα, το κράτος, μέσω μιας μεγαλύτερης εκ της ανακοινωμένης αύξησης στον κατώτατο μισθό, θα μπορέσει να εισπράξει περισσότερους φόρους (άμεσους, έμμεσους) και ασφαλιστικές εισφορές, μέσω των οποίων θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει τις αυξήσεις που θα προκύψουν στα επιδόματα ανεργίας κ.λπ.
Οι δημοσιονομικές αντοχές για αυξήσεις στο Δημόσιο
Κρίσιμο, όμως, για τον κρατικό προϋπολογισμό είναι ένα άλλο μέτωπο και συγκεκριμένα εκείνο που αφορά τη «μεταφορά» της αύξησης στον κατώτατο μισθό στον ιδιωτικό τομέα ισόποσα σε όλους τους δημοσίους υπαλλήλους.
Υπενθυμίζεται πως, με βάση τον νόμο Κεραμέως (2024), το κράτος οφείλει να δίδει σε όλους οριζοντίως τους δημοσίους υπαλλήλους την ίδια (από ποσοτική άποψη) αύξηση την οποία δίδει στους αμειβόμενους με τον κατώτατο μισθό.
Αυτό έχει ήδη συμβεί δύο φορές, δηλαδή τον Απρίλιο του 2025 και τον Απρίλιο του 2026. Ενδεχόμενη αύξηση 80 ευρώ (αντί για 30 ευρώ) στους αμειβόμενους με τον κατώτατο μισθό από 1/1/2027 ή 1/2/2027 κλπ. θα σήμαινε αυτόματα αύξηση 80 ευρώ για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους.
Με άλλα λόγια, η κρατική δαπάνη για τις αυξήσεις στο Δημόσιο θα έπρεπε να ήταν κατά 60% υψηλότερη σε σχέση με την έως τώρα προβλεπόμενη και παράλληλα θα οδηγούσε έναν ακόμα, σχεδόν «13ο μισθό», για τους δημοσίους υπαλλήλους σε 12μηνη βάση (80Χ12 μήνες=960 ευρώ).
Σύμφωνα με τον Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό του ΥΠΟΙΚ για το 2026-2029, η δαπάνη για την «οριζόντια αύξηση μισθολογίου του δημόσιου τομέα, ώστε ο εισαγωγικός μισθός να μην υπολείπεται του επιπέδου του κατώτατου μισθού» ανέρχεται το 2027 στα 310 εκατ. ευρώ. Αυτό, όμως, στη βάση μιας αύξησης του κατώτατου μισθού κατά 30 ευρώ το 2027. Μια ενδεχόμενη αύξηση 80 ευρώ θα επιβάρυνε τον κρατικό προϋπολογισμό σε πάνω από 800 εκατ. ευρώ (δηλαδή κατά 500 εκατ. ευρώ περισσότερο σε σχέση με τις υφιστάμενες προβλέψεις).
Ωστόσο, ένα σημαντικό μέρος αυτής της υψηλότερης δαπάνης θα επέστρεφε στα κρατικά ταμεία μέσω της μεγαλύτερης (ποσοτικά) επιβάρυνσης από φορολογικές και ασφαλιστικές κρατήσεις, αλλά και του ΦΠΑ, δεδομένου ότι μια τέτοιας έκτασης αύξηση δεν θα μπορούσε να κατευθυνθεί πουθενά αλλού πλην της μεγαλύτερης ιδιωτικής κατανάλωσης.

