Πείσμα για την επιβίωση, αγάπη για τη φύση και επιμονή για την επιτυχία. Το τρίπτυχο στο οποίο βασίστηκαν δύο άνθρωποι από το νησί της Ρόδου, 43 και 41 ετών που δεν φοβήθηκαν να αφήσουν έναν κόσμο της σιγουριάς και να δοκιμάσουν να ακολουθήσουν τον δρόμο της καρδιάς τους: Να βρίσκονται καθημερινά κοντά στη φύση. Να δοκιμάζουν τις αντοχές τους. Να σχεδιάζουν, να μελετούν και να απολαμβάνουν στο τέλος το αποτέλεσμα του μόχθου τους.
Είναι ο Στέφανος Μακρής και ο Αντώνης Θεοδωράτος. Που ζουν, εργάζονται και δημιουργούν στη Ρόδο. Σε ένα νησί κατεξοχήν τουριστικό που εδώ και πολλά χρόνια, τείνει να καθιερώσει ως… μονοκαλλιέργεια τον τουρισμό. Σε πείσμα των καιρών εκείνοι επέστρεψαν εκεί όπου έβλεπαν ως παιδιά τους παππούδες τους να εργάζονται σκληρά. Στη γη των προγόνων τους και δεν μετάνιωσαν.
Μιλώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο Στέφανος και ο Αντώνης, ξεκαθάρισαν ότι τίποτε δεν είναι εύκολο και απλό, αν έχει να κάνει με τον καιρό, τη φύση, τις κλιματολογικές αλλαγές. Τα πάντα είναι απρόβλεπτα και μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη, να γκρεμιστεί όλος ο κόπος και ο σχεδιασμός της χρονιάς.
«Αν έχω κάτι διδαχθεί μέσα από την ενασχόλησή μου όλα αυτά τα χρόνια, είναι το ότι έμαθα να υπομένω τις δύσκολες μέρες που έχει εκ των πραγμάτων το επάγγελμά μου και να ξεκινώ πάλι από την αρχή» επισημαίνει ο Στέφανος Μακρής.
Ο ίδιος, έχει οικογενειακές ρίζες στη γεωργία. Ξεκίνησε ερασιτεχνικά από μικρός, βοηθώντας τον παππού του που ήταν αγρότης στο χωριό Απολακιά της Ρόδου και επαγγελματικά γύρω στα 25, αξιοποιώντας την εμπειρία και το οικογενειακό υπόβαθρο. Παράλληλα με τις σπουδές του στη λογιστική, είχε πρώιμες μικρές καλλιέργειες (πατάτες, καρπούζια). Η οικονομική κρίση και οι χαμηλοί μισθοί τον απέτρεψαν από την πορεία του λογιστή. Η δυσμενής αγορά εργασίας τον ώθησε να ακολουθήσει τη γεωργία, όπου διέκρινε προσωπική προτίμηση και μεγαλύτερη ελευθερία.
Στο ξεκίνημά του καλλιέργησε «μαύρο ντοματίνι» και… έμεινε απούλητο
Ως πρώτη καινοτομία ξεκινώντας ως επαγγελματίας αγρότης, καλλιέργησε μαύρο ντοματίνι, διαφοροποιούμενος από τις συνηθισμένες καλλιέργειες της περιοχής (καρπούζι, πατάτα). Η αγορά δεν ήταν έτοιμη, το προϊόν άγνωστο και… περίεργο και το αποτέλεσμα του ρίσκου αυτού, ήταν να μείνει… απούλητο. Δεν το έβαλε όμως κάτω.
Την επόμενη χρονιά, επέλεξε πεπόνια για να καλύψει κενό στην τοπική αγορά. Με στήριξη δικτύων πώλησης και ισχυρή ζήτηση, πέτυχε «100%». Ξεκίνησε με πολλά στρέμματα αντί για ένα, δείχνοντας αποφασιστικότητα και επιχειρηματική τόλμη. Στο πλευρό του, ένας άλλος επαγγελματίας της περιοχής, με διαφορετικές καλλιέργειες που τον στήριξε σε κάθε του βήμα: Ο Κώστας Θωμάς, σημερινός αντιδήμαρχος Ρόδου, τον οποίο ευχαρίστησε δημόσια για τη στήριξη αυτή.
Τα προβλήματα του επαγγέλματος
Στη Ρόδο, όπως σημειώνει ο ίδιος, το κόστος παραγωγής είναι «τεράστιο» λόγω μεταφορικών και γενικών εξόδων, ενώ ένα άλλο ζήτημα αφορά την έλλειψη εργατικών χεριών στον τομέα της Γεωργίας, που ολοένα και περισσότερο αυξάνεται, μειώνοντας αντίστοιχα την παραγωγή. Χωρίς χέρια δεν στήνονται μεγάλες καλλιέργειες, οπότε περιορίζουν φυτεύσεις σε όσα μπορούν να διαχειριστούν μόνοι τους. Το πρόβλημα έχει μειώσει αισθητά την παραγωγή τα τελευταία χρόνια. Η γεωργία τον έκανε πιο δυνατό και αισιόδοξο. Μαθαίνει να αντιμετωπίζει αναποδιές (καιρικές καταστροφές) με πίστη και επιμονή, να μην «το βάζει κάτω», παραμένοντας μαχητής, παθιασμένος με το αντικείμενο.
«Επέλεξα τη γεωργία, επισήμανε μιλώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο Στέφανος Μακρής, για την αγάπη μου στη φύση. Με κανένα άλλο επάγγελμα – είμαι σίγουρος, δεν θα αισθανόμουν έτσι. Κι ας έχει κούραση, άγχος και μεγάλο ρίσκο. Και για να μη «μιζεριάζουμε» συνέχεια, ναι, εγώ θα το πω, αν κάποιος ασχοληθεί συστηματικά και μεθοδικά, τα κέρδη που αποκομίζει είναι πάρα πολύ καλά. Αν με ρωτούσατε όμως, αν θα έλεγα σε ένα νέο να ασχοληθεί με τη γεωργία και τις καλλιέργειες, δεν ξέρω αν θα τον συμβούλευα να το κάνει. Γιατί είναι απαραίτητη προϋπόθεση, να αγαπά τη φύση, να αντέχει και να μην το βάζει κάτω με τις πρώτες δυσκολίες. Αν αυτά τα έχει, τότε ναι, ας δοκιμάσει.»
Ο Στέφανος Μακρής, εντάχθηκε σε ευρωπαϊκό πρόγραμμα (μέσω Περιφέρειας) με επιδότηση 75%. Πριν από 5 χρόνια ολοκλήρωσε επενδύσεις: τέσσερα στρέμματα θερμοκήπια, νέο τρακτέρ και μηχανήματα, ένα πρόγραμμα που άγγιξε περίπου 300.000 ευρώ. Η ενίσχυση έδωσε «μεγάλη ώθηση» στον εκσυγχρονισμό και την παραγωγική ικανότητα και αυτό γιατί αξιοποίησε όλα τα χρηματοδοτικά εργαλεία που του δόθηκαν, στο να βελτιώσει και να εκσυγχρονίσει τις καλλιέργειές του.
Ο Αντώνης Θεοδωράτος που σπούδασε κι εργάστηκε ως ηλεκτρολόγος αλλά έγινε μελισσοκόμος
Ο Αντώνης Θεοδωράτος, είναι 43 ετών, μελισσοκόμος τρίτης γενιάς στη Ρόδο, μετέτρεψε την οικογενειακή ενασχόληση και το προσωπικό του πάθος σε πλήρες επάγγελμα. Παρά τις μεγάλες προκλήσεις (καιρικά φαινόμενα, κόστος καυσίμων, υψηλό κεφάλαιο, αβεβαιότητα), διατηρεί βιώσιμη παραγωγή μέσω νησιωτικών μετακινήσεων για θυμαρίσιο μέλι και συνεργάζεται με μεγάλες εταιρίες καλύπτοντας έτσι αποκλειστικά την τοπική ζήτηση.
Η μελισσοκομία, όπως την περιγράφει, απαιτεί αγάπη, συνεχή μάθηση και προσαρμοστικότητα, αλλά ανταμείβει με τη βαθιά σύνδεση με τη φύση και την ικανοποίηση δημιουργίας ποιοτικού προϊόντος.
Ο Αντώνης ξεκίνησε λόγω του πατέρα του που είχε μελίσσια στο χωριό Σιάννα της Ρόδου. Ένα χωριό με πλούσια παράδοση στη μελισσοκομία. Παρότι σπούδασε ηλεκτρολόγος σε τεχνική σχολή, ήδη από τα σχολικά χρόνια διάβαζε εγκυκλοπαίδειες και βιβλία για μέλισσες, σε εποχή πριν από το διαδίκτυο που η αναζήτηση δεν ήταν τόσο εύκολη και προσβάσιμη – σημείωσε μιλώντας στο ΑΠΕ – ΜΠΕ.
«Η αρχική ενασχόληση ήταν βοηθητική προς τον πατέρα του, αλλά σταδιακά μετατράπηκε σε επαγγελματική επιλογή, οδηγούμενη από την αγάπη για το αντικείμενο» επισήμανε.
Μετά την οικονομική κρίση, άφησε άλλες εργασίες για να αφιερωθεί αποκλειστικά στη μελισσοκομία. Αρχικά λειτούργησαν συνεταιρικά με τον πατέρα, τον αδελφό και τον θείο του, αλλά πλέον δρα μόνος. Η απόφαση σχετίστηκε με την επιθυμία να κάνει αυτό που αγαπά και με την ανάγκη βιωσιμότητας.
Οι δυσκολίες του επαγγέλματος
Η ανομβρία, οι καύσωνες, οι βροχοπτώσεις κι οι φωτιές αποτελούν τους σημαντικότερους κινδύνους. Κάθε χρονιά είναι διαφορετική, χωρίς σταθερά πρότυπα διαχείρισης. Οι καιρικές συνθήκες επηρεάζουν τις νομές, την παραγωγή και τις μετακινήσεις, αυξάνοντας την αβεβαιότητα και το ρίσκο του επαγγέλματος.
Ο Αντώνης, μεταφέρει τις κυψέλες του σε Χάλκη και Τήλο για παραγωγή καθαρού θυμαρίσιου μελιού. Παρά τον μεγάλο κόπο, θεωρείται πιο σίγουρη νομή σε σχέση με τη Ρόδο όπως σημειώνει ο ίδιος. Η διαδικασία είναι απαιτητική αλλά βελτιώνει την ποιότητα και την προβλεψιμότητα της παραγωγής.
Ο ίδιος διαχειρίζεται περίπου 500 κυψέλες. Ανά κυψέλη υπάρχουν από 10.000 έως 50-60.000 μέλισσες, με πολλές να βρίσκονται στο ανώτερο εύρος ανάλογα με την περίοδο. Το σύνολο φτάνει σε αρκετά εκατομμύρια μέλισσες, απαιτώντας οργάνωση και συνεχή φροντίδα.
Είδη μελιού και εποχικότητα
Παράγει ανοιξιάτικο μέλι, πευκόμελο, θυμαρίσιο από τα νησιά, συνδυασμούς πεύκου-θυμαριού και, ανάλογα με τις συνθήκες, μέλι από αγριολούλουδα. Οι ποικιλίες εξαρτώνται άμεσα από καιρικούς παράγοντες και τη διαθεσιμότητα νομών ανά εποχή. Τα προϊόντα απορροφώνται πλήρως στη Δωδεκάνησο. Ενώ η τοπική ζήτηση, συμπεριλαμβανομένων των επισκεπτών, είναι υψηλή και βοηθά στη γρήγορη εξάντληση των αποθεμάτων.
«Η μελισσοκομία είναι πρωτίστως αγάπη και διαρκής μάθηση – δήλωσε ο ίδιος. Δεν επαρκεί μια “τέχνη” τυπικά, καθώς οι συνθήκες αλλάζουν κάθε χρόνο. Χρειάζεται προσαρμοστικότητα στους καιρούς, στις νομές και στις βροχές, με χειρισμούς που διαφοροποιούνται ανά περίπτωση».
Πολλοί νέοι μπήκαν μετά την κρίση, επένδυσαν σημαντικά χωρίς τεχνογνωσία και εγκατέλειψαν λόγω δύσκολων χρονιών.
«Η δουλειά του μελισσοκόμου, δεν είναι στατική, ειδικά αν είσαι επαγγελματίας – τονίζει ο ίδιος. Έχει έντονη δραστηριότητα, ιδίως την άνοιξη, με ωράριο 14 ωρών από νωρίς το πρωί έως αργά τη νύχτα. Υπάρχουν και ήπιες ημέρες χωρίς εργασία, αλλά συνολικά το επάγγελμά μας είναι απαιτητικό και αδιάκοπο στις παραγωγικές περιόδους.
Η μελισσοκομία διδάσκεται κοντά σε έμπειρο μελισσοκόμο και μέσω βιβλίων. Κάθε μελισσοκόμος έχει διαφορετική φιλοσοφία και πρακτικές. Ο νεότερος πρέπει να επιλέξει ό,τι ταιριάζει στον τόπο και στις δικές του συνθήκες, συνθέτοντας προσωπική μεθοδολογία.
Δεν υπάρχουν συνταγές για πάντα. Η συνεχής παρατήρηση και προσαρμογή στους παράγοντες φύσης είναι κλειδί. Η μάθηση είναι αέναη και συνδεδεμένη με τα δεδομένα κάθε χρονιάς.»

