Η διαμάχη ανάμεσα στην Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου και τη ΔΕΥΑΡ ξεφεύγει πλέον από τα όρια μιας απλής διοικητικής διαφοράς και περνάει στο επίπεδο των προσωπικών ποινικών και αστικών ευθυνών. Η κατάθεση μήνυσης για τρία κακουργήματα,απάτη επί δικαστηρίω, πλαστογραφία μετά χρήσεως και ψευδή βεβαίωση, με επίκεντρο το τιμολόγιο των 9,5 εκατομμυρίων ευρώ, φέρνει τη διοίκηση της επιχείρησης αντιμέτωπη με πρωτοφανείς νομικούς κινδύνους.
Για τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου που ψήφισαν τη βεβαίωση αυτού του ποσού, η κατηγορία της κακουργηματικής απάτης είναι εξαιρετικά σοβαρή, καθώς προβλέπει ποινές κάθειρξης από πέντε έως δέκα έτη. Η δικαιοσύνη καλείται τώρα να εξετάσει αν το συγκεκριμένο παραστατικό εκδόθηκε χωρίς νόμιμη αιτία με σκοπό την παραπλάνηση των αρχών, κάτι που καθιστά την καταδίκη ορατό ενδεχόμενο, αν δεν αποδειχθεί η υδροκλοπή με αδιάσειστα τεχνικά στοιχεία.
Την ίδια στιγμή, η απειλή της προσωπικής αστικής ευθύνης στρέφεται απευθείας κατά της ατομικής περιουσίας των μελών της διοίκησης. Η Περιφέρεια έχει το δικαίωμα να ζητήσει συντηρητική κατάσχεση, «πάγωμα» τραπεζικών λογαριασμών και δέσμευση ακινήτων των εμπλεκομένων ως προληπτικό μέτρο. Σε μια τέτοια εξέλιξη, οι διοικούντες ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, πράγμα που σημαίνει ότι η οικονομική ζημία θα επιβαρύνει τις προσωπικές τους οικονομίες και όχι το ταμείο της ΔΕΥΑΡ.
Σε εξαιρετικά δυσμενή θέση βρίσκονται και οι υπηρεσιακοί παράγοντες που συνέταξαν τις εκθέσεις αυτοψίας. Η κατηγορία της ψευδούς βεβαίωσης για έναν δημόσιο υπάλληλο δεν επιφέρει μόνο ποινή φυλάκισης, αλλά και την πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης από την υπηρεσία του. Η υπογραφή σε έγγραφα που βεβαιώνουν ανυπόστατα γεγονότα θεωρείται αυτουργική πράξη και δεν μπορεί να καλυφθεί από καμία «ιεραρχική εντολή».
Με τη ζυγαριά της νομιμότητας να πιέζει ασφυκτικά, οι αμφιβολίες για τον δόλο της πράξης ενισχύονται από τη μεγάλη δυσαναλογία του προστίμου σε σχέση με την πραγματική κατανάλωση.
Η μόνη οδός για τα μέλη του συμβουλίου που θέλουν να προστατεύσουν την προσωπική τους ακεραιότητα φαίνεται να είναι η άμεση επανεξέταση της απόφασης ή η διαφοροποίηση της θέσης τους, προτού η δικαστική διαδικασία οδηγήσει σε περιοριστικά μέτρα.

