Η μετάβαση του Εξοικονομώ σε ένα νέο μοντέλο χρηματοδότησης φέρνει τους παρόχους ενέργειας στο επίκεντρο της ενεργειακής αναβάθμισης των κατοικιών, αλλάζοντας τα δεδομένα στην αγορά. Το on-bill financing, που προβλέπει την αποπληρωμή των παρεμβάσεων μέσω του λογαριασμού ηλεκτρικής ενέργειας, επιχειρεί να ανοίξει τον δρόμο για περισσότερες επενδύσεις και μεγαλύτερη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων. Η εφαρμογή του, ωστόσο, έχει ήδη ανοίξει μια ευρύτερη συζήτηση για τον πιστωτικό κίνδυνο που αναλαμβάνουν οι προμηθευτές, τα όρια του νέου τους ρόλου και τις επιπτώσεις στον ανταγωνισμό. Από την πλευρά των παρόχων, το νέο μοντέλο αντιμετωπίζεται ως ευκαιρία για την ανάπτυξη νέων ενεργειακών υπηρεσιών, χωρίς όμως να λείπουν οι προβληματισμοί για το κόστος και τις ευθύνες που συνεπάγεται η συμμετοχή τους. Την ίδια στιγμή, ο τεχνικός κόσμος έχει εκφράσει ανησυχίες για πιθανές στρεβλώσεις στην αγορά των ενεργειακών αναβαθμίσεων, ζητώντας σαφείς κανόνες και ασφαλιστικές δικλίδες που θα διασφαλίζουν τον ανταγωνισμό και την τεχνική ανεξαρτησία των παρεμβάσεων.
Ο νέος ρόλος των παρόχων ενέργειας
Το νέο σχήμα μεταβάλλει ουσιαστικά τον ρόλο των εταιρειών προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας που αποκτούν πλέον θέση στην αγορά των ενεργειακών αναβαθμίσεων, αναλαμβάνοντας να προσφέρουν ολοκληρωμένες λύσεις στους πελάτες τους. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να συνδυάζουν τη χρηματοδότηση, την οργάνωση των παρεμβάσεων και τη διαχείριση της αποπληρωμής σε ένα ενιαίο πακέτο υπηρεσιών. Παράλληλα, το υψηλό ποσοστό επιδότησης των έργων που έχει προταθεί μέσω του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου μειώνει σημαντικά το επιχειρηματικό ρίσκο των εταιρειών, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της επένδυσης καλύπτεται από δημόσιους πόρους και ο καταναλωτής αποπληρώνει μόνο ένα μικρό υπόλοιπο μέσω του λογαριασμού του.
Πίσω από την επιλογή να μπουν οι προμηθευτές ενέργειας στο νέο μοντέλο υπάρχει μια διπλή στόχευση. Από τη μία, η ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων δημιουργεί μικρότερες ανάγκες κατανάλωσης και για τις καθετοποιημένες εταιρείες αυτό μεταφράζεται σε ένα διαφορετικό τρόπο διαχείρισης της ενέργειας που εξοικονομείται. Η μείωση της κατανάλωσης μπορεί να αξιοποιηθεί στο ευρύτερο χαρτοφυλάκιο του προμηθευτή, εντάσσοντας τις παρεμβάσεις εξοικονόμησης σε μια συνολικότερη στρατηγική διαχείρισης της ενέργειας.
Παράλληλα, όπως εξηγούν πηγές με γνώση του θέματος, από την πλευρά της Πολιτείας, η εμπλοκή των παρόχων συνδέεται κυρίως με την προσπάθεια να επιταχυνθούν οι διαδικασίες μειώνοντας τον αριθμό των εμπλεκόμενων φορέων περιορίζοντας την ανάγκη ευρύτερου συντονισμού. Επιπρόσθετα, το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθούν υπόψη οι υψηλοί στόχοι της χώρας για την ενεργειακή αναβάθμιση του κτιριακού αποθέματος. Οι απαιτούμενες επενδύσεις είναι μεγάλες και όπως εκτιμούν οι ίδιες πηγές δύσκολα μπορούν να καλυφθούν αποκλειστικά από τον κρατικό προϋπολογισμό και τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά κονδύλια. Έτσι, οι πάροχοι εξετάζονται ως ένας επιπλέον κρίκος στη χρηματοδοτική αλυσίδα: μπορούν να καλύπτουν αρχικά το κόστος μιας παρέμβασης και στη συνέχεια να το ανακτούν σε βάθος χρόνου μέσω των λογαριασμών ενέργειας.
Στην πράξη, λοιπόν, το μοντέλο επιχειρεί να μετατρέψει την εξοικονόμηση που προκύπτει από μια ενεργειακή παρέμβαση σε πηγή χρηματοδότησης της ίδιας της επένδυσης. Εκεί βρίσκεται και το βασικό στοίχημα του νέου μηχανισμού: όπως εξηγούν οι ίδιες πηγές αν η εξοικονόμηση μπορεί να μετρηθεί, να αποτιμηθεί και τελικά να στηρίξει οικονομικά τις παρεμβάσεις, τότε δημιουργείται ένα μοντέλο που μπορεί να λειτουργήσει πέρα από τη λογική των διαδοχικών κύκλων επιδότησης.
Τι αλλάζει στο νέο μοντέλο
Το on-bill financing εισάγει έναν διαφορετικό τρόπο χρηματοδότησης των ενεργειακών αναβαθμίσεων, μεταφέροντας το κόστος της επένδυσης από την αρχική καταβολή στον μηνιαίο λογαριασμό ηλεκτρικής ενέργειας. Αντί ο ιδιοκτήτης ή ο χρήστης του ακινήτου να επενδύει για το κόστος εργασιών όπως θερμομόνωση, αντικατάσταση κουφωμάτων ή εγκατάσταση αντλίας θερμότητας, φωτοβολταϊκών και μπαταριών αποθήκευσης, η δαπάνη εξοφλείται σταδιακά μέσα από τους λογαριασμούς ρεύματος. Ο σχεδιασμός του μοντέλου βασίζεται στο ότι η εξοικονόμηση ενέργειας που επιτυγχάνεται μετά τις παρεμβάσεις μπορεί να καλύπτει σημαντικό μέρος της μηνιαίας δόσης μειώνοντας, έτσι, την ανάγκη για υψηλή αρχική ρευστότητα και διευκολύνοντας περισσότερα νοικοκυριά να προχωρήσουν σε επενδύσεις ενεργειακής αναβάθμισης.
Για λόγους διαφάνειας, η δόση της χρηματοδότησης θα εμφανίζεται διακριτά από τις χρεώσεις που αφορούν την κατανάλωση ρεύματος, ώστε να είναι σαφές ποιο μέρος του λογαριασμού αφορά την ενεργειακή προμήθεια και ποιο την αποπληρωμή της επένδυσης. Παράλληλα, προβλέπεται ότι τυχόν καθυστέρηση στην εξόφληση της δόσης δεν θα μπορεί να οδηγήσει σε διακοπή της ηλεκτροδότησης, εφόσον ο καταναλωτής καταβάλλει κανονικά τις χρεώσεις για την κατανάλωση ενέργειας. Το μοντέλο διατηρεί επίσης την ευχέρεια αλλαγής προμηθευτή, χωρίς να επηρεάζεται η χρηματοδότηση, καθώς η αποπληρωμή θα συνεχίζεται μέσω του νέου παρόχου, ο οποίος θα αποδίδει τα σχετικά ποσά στην εταιρεία που ανέλαβε την αρχική χρηματοδότηση. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του μηχανισμού είναι ότι η χρηματοδότηση συνδέεται με το ίδιο το ακίνητο και όχι αποκλειστικά με τον αρχικό δικαιούχο. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση ενοικίασης ή μεταβίβασης της ιδιοκτησίας, η υποχρέωση αποπληρωμής μπορεί να συνεχιστεί από τον επόμενο χρήστη ή ιδιοκτήτη, σύμφωνα με τους όρους που θα προβλέπονται στη σχετική σύμβαση.
Παράλληλα, σε δεύτερο χρόνο, σημαντικό ρόλο στην επόμενη φάση της αγοράς εκτιμάται ότι μπορούν να διαδραματίσουν τα λεγόμενα λευκά πιστοποιητικά, τα οποία δίνουν οικονομική αξία στην εξοικονόμηση ενέργειας που επιτυγχάνεται. Σε συνδυασμό με το on-bill financing, μπορούν να δημιουργήσουν ένα πιο σταθερό μοντέλο αγοράς, πέρα από τη λογική των περιοδικών προγραμμάτων επιδότησης. Η λογική είναι ότι μια ενεργειακή παρέμβαση θα μπορεί να χρηματοδοτείται και να αποπληρώνεται μέσω του λογαριασμού, ενώ η εξοικονόμηση που προκύπτει θα μετράται και θα πιστοποιείται, αποκτώντας παράλληλα οικονομική αξία. Με αυτόν τον τρόπο, οι πάροχοι θα μπορούν να δημιουργούν χαρτοφυλάκια έργων εξοικονόμησης, να αξιοποιούν τις πιστοποιημένες εξοικονομήσεις και να προσελκύουν χρηματοδότηση για μεγαλύτερης κλίμακας παρεμβάσεις.

