Νέο υψηλό έτους, λίγο κάτω από τα 250 ευρώ/Mεγαβατώρα (247,82 ευρώ/MWh), «γράφει» σήμερα (Τρίτη 20 Οκτωβρίου) η ελληνική αγορά ηλεκτρισμού, με τη μέγιστη τιμή της ημέρας να υπερβαίνει τα 400 ευρώ/MWh και τις ακραίες διακυμάνσεις των τιμών να έχουν επανέλθει στην ημερήσια διάταξη, σε ένα σκηνικό που παραπέμπει σε «τέλεια καταιγίδα» -όπως σημειώνουν στο powergame.gr αρμόδιες πηγές- και προκαλεί ανησυχία στην κυβέρνηση.
Και τούτο διότι, καθώς πλησιάζουμε προς τον χειμώνα, όλα δείχνουν ότι η πίεση θα ενταθεί περαιτέρω (ήδη ο Οκτώβριος «τρέχει» με αύξηση άνω του 10% σε σχέση με τον Σεπτέμβριο και πρόκειται για τον τέταρτο μήνα κατά σειρά που όλα δείχνουν ότι θα κλείσει με αύξηση τιμών), και θα μετακυλιστεί στους τελικούς καταναλωτές, δηλαδή στα νοικοκυριά με κυμαινόμενα τιμολόγια και στις επιχειρήσεις. Σε αυτό το «διακεκαυμένο» σκηνικό, επανέρχεται στο προσκήνιο το θέμα της στήριξης και στους λογαριασμούς ρεύματος (σε συνέχεια των επιδοτήσεων σε βενζίνη και πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης), σε περιβάλλον στενών δημοσιονομικών περιθωρίων και ενώ η λήψη ουσιαστικών μέτρων σε επίπεδο ΕΕ για την αντιμετώπιση της κρίσης, όπως και η παροχή περισσότερης ευελιξίας που ζητεί η Ελλάδα, παραμένουν ζητούμενα.
Τα τέσσερα συστατικά του τοξικού κοκτέιλ για τις τιμές ρεύματος
Τέσσερα είναι τα «συστατικά» του τοξικού κοκτέιλ για τις τιμές ρεύματος, που, όπως σχολιάζουν οι ίδιες πηγές, παραπέμπει στις συνθήκες που επικρατούσαν στην ενεργειακή κρίση του 2022-2023, αν και με μικρότερη ένταση (καθώς τότε είχαμε ακόμα και τιμές ρεύματος στα 600-700 ευρώ/MWh), με τη «στοχαστική», δηλαδή υψηλής μεταβλητότητας παραγωγή των ΑΠΕ, να προσφέρει ανάχωμα όταν κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα, ιδίως εάν ληφθεί υπόψη η εντυπωσιακή αύξηση της παραγωγής των φωτοβολταϊκών κατά 70% σε ετήσια βάση.
Πρώτον, η υψηλή τιμή του φυσικού αερίου, που το τελευταίο διάστημα έχει σταθεροποιηθεί στα επίπεδα των 80-90 ευρώ/MWh, έχοντας σχεδόν τριπλασιαστεί σε σχέση με έναν χρόνο πριν (αφού τον Οκτώβριο κινούνταν στα 32 ευρώ/MWh), με ετήσια άνοδο 177%. Το ακριβό αέριο επηρεάζει την ηλεκτροπαραγωγή από το εν λόγω καύσιμο, με τις αρνητικές επιπτώσεις να εμφανίζονται με μεγαλύτερη ένταση στις βραδινές αιχμές της ζήτησης, όταν τα φωτοβολταϊκά δεν μπορούν να τείνουν χείρα βοηθείας, ενώ η νύχτα μεγαλώνει, και σε ημέρες με χαμηλή παραγωγή ΑΠΕ.
«Τις ημέρες που έχουμε καλές ΑΠΕ η μέση τιμή συγκρατείται γύρω ή λίγο πάνω από τα 100 ευρώ/MWh, όταν οι ΑΠΕ δεν είναι καλές χτυπάμε 200άρια», σχολιάζουν στο powergame.gr στελέχη της αγοράς ρεύματος και αυτό ακριβώς βλέπουμε να συμβαίνει. Στις 14 Οκτωβρίου, για παράδειγμα, όταν η παραγωγή των ΑΠΕ αναλογούσε στο 66,41% του μείγματος της ηλεκτροπαραγωγής και αυτή των μονάδων αερίου στο 20,79%, η μέση χονδρεμπορική τιμή διαμορφώθηκε στις 138,95 ευρώ/MWh. Έξι ημέρες αργότερα καταγράφεται άλμα 110 περίπου ευρώ/Mεγαβατώρα, που οφείλεται εν πολλοίς στην αλλαγή του μείγματος, με τις ΑΠΕ να καλύπτουν το 42,84% και το φυσικό αέριο το 39% περίπου.
Δεύτερον, η πολύ χαμηλή υδροηλεκτρική παραγωγή, που εμφανίζει μείωση 31% στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης σε σχέση με το 2025 (που επίσης δεν ήταν καλή χρονιά από πλευράς υδρολογικών συνθηκών, καθώς η ξηρασία του καλοκαιριού δεν έδωσε τη θέση της σε ισχυρές βροχοπτώσεις το φθινόπωρο. Κι ενώ η στάθμη των υδάτων στους ταμιευτήρες των υδροηλεκτρικών σταθμών βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, δεν υπάρχει στην παρούσα φάση η πολυτέλεια μη αξιοποίησης των υδροηλεκτρικών «εφεδρειών». «Κοιτάζοντας την τρέχουσα κατάσταση στην περιοχή μας, μάλλον θα πρέπει να καταφύγουμε στον…χορό της βροχής», σχολιάζει χαριτολογώντας trader, εξηγώντας -σοβαρά- ότι το νερό είναι βασικό θεμελιώδες μέγεθος της αγοράς ενέργειας, διότι όταν η στάθμη των ποταμών πέφτει, όπως συμβαίνει στην παρούσα φάση στην ευρύτερη γειτονιά μας, επηρεάζεται και η πυρηνική παραγωγή, με αποτέλεσμα την αύξηση της εξάρτησης της ηλεκτροπαραγωγής από άλλες πηγές.
Τρίτον, η μείωση της πυρηνικής παραγωγής στη Νοτιοανατολική Ευρώπη (κατά 15% σε ετήσια βάση), που συναρτάται με τη μείωση της υδροηλεκτρικής παραγωγής. Η μονάδα Τσερναβόντα της Ρουμανίας, ισχύος 1,4 GW, δεν λειτουργεί από το καλοκαίρι λόγω της χαμηλής στάθμης του Δούναβη, ενώ «εκτός δράσης» στο πλαίσιο τακτικών συντηρήσεων έχει τεθεί το 50% της δυναμικότητας της μονάδας του Κοζλοντούι στη Βουλγαρίας, συνολικής ισχύος 2 GW, και της μονάδας Πακς στην Ουγγαρία, ισχύος επίσης 2 GW. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι έχει δημιουργηθεί ένα «κενό» στην ηλεκτροπαραγωγή της Ρουμανίας και της Ουγγαρίας -σε περίοδο ανόδου της ζήτησης-, που καλύπτεται από την Ελλάδα και τη Βουλγαρία, με τη χώρα μας να εξάγει μαζικά προς τη Βουλγαρία – και τη Βουλγαρία προς τη Ρουμανία. Αυτή η συνθήκη εξηγεί και το γιατί η μέση τιμή στην αγορά της Βουλγαρίας σήμερα αγγίζει τα 300 ευρώ/MWh, της Ρουμανίας έχει υπερβεί αυτό το όριο (307,24 ευρώ/MWh), ενώ της Ουγγαρίας κινείται σε ακόμα υψηλότερα επίπεδα (326,57 ευρώ/MWh), με τη χώρα στο τέλος του άξονα Ουγγαρίας-Ρουμανίας-Βουλγαρίας-Ελλάδας να εμφανίζει για σήμερα την υψηλότερη τιμή ρεύματος πανευρωπαϊκά.
Τέταρτον, το ράλι των δικαιωμάτων CO2. Σημαντική επιβάρυνση στο κόστος ηλεκτροπαραγωγής προκαλεί, τέλος, η άνοδος των τιμών των δικαιωμάτων εκπομπών CO₂, οι οποίες διαμορφώνονται πλέον κοντά στα 86 ευρώ ανά τόνο, έναντι περίπου 70 ευρώ στις αρχές του πολέμου στον Περσικό Κόλπο. Στα σημερινά επίπεδα, το κόστος των δικαιωμάτων επιβαρύνει κατά περίπου 30 ευρώ ανά μεγαβατώρα τη λειτουργία μιας μονάδας ηλεκτροπαραγωγής με φυσικό αέριο. Η ανοδική πορεία των τιμών αποδίδεται στην αυξημένη κατανάλωση φυσικού αερίου στην Ευρώπη, σε συνδυασμό με την περιορισμένη προσφορά δικαιωμάτων εκπομπών στην ευρωπαϊκή αγορά.
Οι κινήσεις της Ελλάδας
Ο συνδυασμός των τεσσάρων αυτών παραγόντων οδηγεί τις τιμές ηλεκτρισμού σε επίπεδα που στην Ελλάδα παρατηρήθηκαν για τελευταία φορά «μαζικά» στις αρχές του 2023, όταν δηλαδή η προηγούμενη ενεργειακή κρίση βρισκόταν σε εξέλιξη και είχαν ενεργοποιηθεί οριζόντιες επιδοτήσεις στους λογαριασμούς ρεύματος για να αντιμετωπιστούν οι παρενέργειες. Ο «κόκκινος συναγερμός» στην αγορά ηλεκτρισμού, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη πίεση και στις τιμές των καυσίμων (βενζίνη, πετρέλαιο θέρμανσης και κίνησης), που μόνο εν μέρει αμβλύνονται από τις επιδοτήσεις στην αντλία με χρονικό ορίζοντα 15ημέρου, που δίνει η κυβέρνηση, εγείρει το ερώτημα για τα επόμενα βήματα εάν η κατάσταση αυτή συνεχιστεί. Η απάντηση που δίνεται από αρμόδια χείλη, αλλά και προκύπτει από τη ρητορική του πρωθυπουργού, είναι ότι η Αθήνα θα συνεχίσει να πιέζει σε επίπεδο ΕΕ για αυξημένη δημοσιονομική ευελιξία. Κάτι που στην πράξη σημαίνει ότι ζητεί να αλλάξει η χρήση των πόρων που απελευθερώνονται από την ενεργοποίηση της εθνικής ενεργειακής ρήτρας διαφυγής, ώστε να μη διοχετεύονται υποχρεωτικά μόνο σε μεσο-μακροπρόθεσμες δράσεις εξοικονόμησης και πράσινης μετάβασης (όπως επιτάσσει το ευρωπαϊκό πλαίσιο στην παρούσα φάση), αλλά να μπορεί μέρος του ποσού να αξιοποιηθεί στη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων, χωρίς να υπολογίζονται στο «πλαφόν» των δαπανών. Το αν το αίτημα θα εισακουστεί απομένει να φανεί, με τις επόμενες μάχες να δίνονται σε επίπεδο υπουργών Ενέργειας στην επόμενη Σύνοδο στα τέλη του μήνα (29 Οκτωβρίου) και στην έκτακτη Σύνοδο Κορυφής σχεδόν έναν μήνα αργότερα…

