Site icon e-Rodos.com

Η Morgan Stanley αμφισβητεί τη βιωσιμότητα του μοντέλου των low-cost αεροπορικών

Ανοιχτό το ενδεχόμενο το επιχειρηματικό μοντέλο των αεροπορικών χαμηλού και υπερ-χαμηλού κόστους να μην παραμείνει βιώσιμο στη σημερινή του μορφή αφήνει η Morgan Stanley, επισημαίνοντας ότι οι πιέσεις που δέχεται ο κλάδος δεν είναι συγκυριακές αλλά αποτέλεσμα βαθύτερων, διαρθρωτικών αλλαγών.

Σε πρόσφατη ανάλυσή της, η επενδυτική τράπεζα εκτιμά ότι οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι low-cost αεροπορικές μετά την πανδημία αντανακλούν μεταβολές τόσο στη ζήτηση των επιβατών όσο και στο κόστος λειτουργίας της αεροπορικής βιομηχανίας. Το βασικό ερώτημα, όπως σημειώνεται, είναι αν η αντιστροφή της εικόνας μεταξύ παραδοσιακών αερομεταφορέων και low-cost εταιρειών είναι μόνιμη ή απλώς κυκλική.

Σύμφωνα με τη Morgan Stanley, οι καταναλωτές στρέφονται πλέον περισσότερο σε πιο «premium» ταξιδιωτικές εμπειρίες και σε προγράμματα πιστότητας, γεγονός που μειώνει την ελκυστικότητα της στρατηγικής των χαμηλότερων δυνατών ναύλων και των πυκνών δρομολογίων με κάθε κόστος, η οποία χαρακτήριζε το μοντέλο των low-cost την προηγούμενη δεκαετία.

Την ίδια στιγμή, οι παραδοσιακές αεροπορικές έχουν ενισχύσει τη θέση τους στα βασικά τους αεροδρόμια-κόμβους, βελτιώνοντας το κόστος λειτουργίας τους. Αυτό, σύμφωνα με την ανάλυση, καθιστά δυσκολότερη και ακριβότερη την παρουσία των low-cost εταιρειών σε αυτά τα αεροδρόμια, ωθώντας τις τελευταίες σε περιφερειακά δρομολόγια.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στον αντίκτυπο του μεταπανδημικού πληθωρισμού κόστους, ο οποίος, όπως επισημαίνεται, έπληξε δυσανάλογα τις low-cost και ultra-low-cost αεροπορικές σε σύγκριση με τις παραδοσιακές. Παράγοντες όπως η έλλειψη πιλότων και αεροσκαφών, οι περιορισμοί στον έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας και η περιορισμένη διαθεσιμότητα πυλών στα αεροδρόμια επηρέασαν περισσότερο τα μοντέλα που βασίζονται στην ταχεία ανάπτυξη και στην υψηλή αξιοποίηση στόλου.

Ως αποτέλεσμα, το δομικό πλεονέκτημα κόστους που χαρακτήριζε ιστορικά τον κλάδο των low-cost έχει περιοριστεί αισθητά ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, έχει αντιστραφεί. Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται και στα οικονομικά αποτελέσματα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Morgan Stanley, τα λειτουργικά κέρδη (EBIT) των low-cost και ultra-low-cost αεροπορικών το 2025 παραμένουν σημαντικά χαμηλότερα σε σχέση με τους μέσους όρους του 2019 και σε σύγκριση με τις επιδόσεις των παραδοσιακών αερομεταφορέων.

Η τράπεζα επισημαίνει ότι η απόκλιση των περιθωρίων κέρδους από τα ιστορικά επίπεδα είναι μεγαλύτερη για τις low-cost εταιρείες σε σχέση με τους παραδοσιακούς ανταγωνιστές τους, στοιχείο που καταδεικνύει το βάθος της αναδιάρθρωσης που βρίσκεται σε εξέλιξη.

Την ίδια στιγμή, οι low-cost αεροπορικές προσαρμόζουν ενεργά τα επιχειρηματικά τους μοντέλα. Εταιρείες όπως η Southwest Airlines, η JetBlue, η Frontier Airlines και η Spirit Airlines –η οποία έχει καταθέσει αίτηση υπαγωγής σε καθεστώς προστασίας Chapter 11– εισάγουν επιλογές premium θέσεων, πακέτα ναύλων, ενισχύουν τα προγράμματα πιστότητας και επιδιώκουν αύξηση των εσόδων από πρόσθετες υπηρεσίες.

Παράλληλα, ορισμένοι αερομεταφορείς περιορίζουν τα σχέδια ανάπτυξης, αναδιαμορφώνουν τα δίκτυά τους για χαμηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης ή εξετάζουν δρομολόγια μεγαλύτερων αποστάσεων και διεθνείς αγορές. Κατά τη Morgan Stanley, οι κινήσεις αυτές συνιστούν ουσιαστική απομάκρυνση από το παραδοσιακό «εγχειρίδιο» των low-cost.

Η επενδυτική τράπεζα ξεκαθαρίζει ότι δεν προβλέπει πως οι low-cost αεροπορικές θα ξεπεράσουν σε ανάπτυξη ή κερδοφορία τις παραδοσιακές εταιρείες. Αντιθέτως, χαρακτηρίζει τον κλάδο ως σημείο καμπής, με το 2026 να αναδεικνύεται σε έτος-δοκιμασία για το κατά πόσο οι αλλαγές αυτές μπορούν να σταθεροποιήσουν τα οικονομικά αποτελέσματα και να περιορίσουν το χάσμα στις αποτιμήσεις.

Η επιτυχία θα μπορούσε να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών, ενώ η αποτυχία, σύμφωνα με τη Morgan Stanley, ενδέχεται να οδηγήσει σε περαιτέρω συγκέντρωση αξίας υπέρ των παραδοσιακών αεροπορικών δικτύων.

Exit mobile version