Τη διατήρηση της δυναμικής του ελληνικού τουρισμού, παρά το ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον, επιβεβαιώνουν τα επίσημα νούμερα του α’ εξαμήνου, με τον συνολικό αριθμό των διεθνών αεροπορικών αφίξεων ανά την Ελλάδα να καταγράφει άνοδο κατά 3,8% προσεγγίζοντας τα 11 εκατομμύρια ταξιδιώτες. Με βάση τα μέχρι στιγμής δεδομένα, η χώρα μας συγκαταλέγεται στις καλύτερες τουριστικές αγορές πανευρωπαϊκά φέτος.
Του λόγου το αληθές επιβεβαιώνεται και από τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ταξιδίων (ETC), η οποία για τη φετινή θερινή σεζόν συγκαταλέγει τη Νότια Ευρώπη, και ιδιαίτερα την Ελλάδα, ανάμεσα στους βασικούς ωφελημένους της τάσης, σύμφωνα με την οποία οι Ευρωπαίοι επιλέγουν ολοένα περισσότερο κοντινούς προορισμούς, με μικρότερους χρόνους μετακίνησης και μεγαλύτερη ευελιξία. Επίσης, η ETC διαπιστώνει ότι οι ταξιδιώτες επιλέγουν πλέον περισσότερο τους μήνες εκτός αιχμής, τόσο το ξεκίνημα της σεζόν όσο και το φθινόπωρο, και κυρίως τον Σεπτέμβριο. Πρόκειται για μία ακόμη τάση που και φέτος φαίνεται ότι θα ευνοήσει τη χώρα μας, η οποία διαθέτει το πλεονέκτημα των ήπιων καιρικών συνθηκών μέσα στο φθινόπωρο ιδιαίτερα σε προορισμούς όπως η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, η Κρήτη, η Ρόδος και η Κέρκυρα.
Οι διεθνείς αεροπορικές αφίξεις
Μέχρι στιγμής σε ό,τι αφορά την πορεία των διεθνών αεροπορικών αφίξεων ανά την Ελλάδα για την περίοδο Ιανουαρίου – Ιουνίου, αυτές διαμορφώθηκαν στα 10,7 εκατομμύρια, με άνοδο κατά 3,8% σε σύγκριση με το α’ εξάμηνο του 2025, όπως προκύπτει από την επεξεργασία των ελληνικών αεροδρομίων που πραγματοποιεί το Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ). Ειδικά ο Ιούνιος κινήθηκε με ηπιότερους ρυθμούς ανάπτυξης, αν ληφθεί υπόψη ότι οι ρυθμοί ανόδου περιορίστηκαν στο 2% με 4,1 εκατομμύρια διεθνείς αφίξεις, γεγονός που δείχνει μια σχετική επιβράδυνση σε σχέση με τους προηγούμενους μήνες. Η Κρήτη αναδεικνύεται η πιο κερδισμένη του α’ εξαμήνου, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη αύξηση τόσο σε απόλυτους αριθμούς (+168.000 αφίξεις) όσο και σε συνολικό όγκο, με 2,1 εκατομμύρια διεθνείς επισκέπτες (+8,8%). Ακόμη, ιδιαίτερα θετική εικόνα παρουσιάζουν και τα Ιόνια Νησιά, με αύξηση 7,5% στο α’ εξάμηνο του 2026 φτάνοντας στο 1,7 εκατομμύριο διεθνείς αεροπορικές αφίξεις, ενώ οι Κυκλάδες συνεχίζουν επίσης ανοδικά (+6,7%) με σύνολο 350.000 διεθνών ταξιδιωτών. Τα Δωδεκάνησα διατηρούν υψηλούς όγκους επισκεπτών με 1,6 εκατομμύριο διεθνείς αεροπορικές αφίξεις αλλά πιο συγκρατημένο ρυθμό ανάπτυξης (+1,7%).
Ενδιαφέρον έχουν και τα νούμερα από τα δύο μεγαλύτερα αστικά κέντρα της χώρας: η μεν Αθήνα με 3,82 εκατομμύρια διεθνείς αεροπορικές αφίξεις, οριακά μειωμένες κατά 0,04% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο, φαίνεται ότι εμφανίζει σημάδια ωρίμανσης, με τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών (ΔΑΑ) να παραμένει ουσιαστικά στα επίπεδα του 2025, γεγονός που υποδηλώνει ότι μετά από διαδοχικά χρόνια έντονης ανάπτυξης, η αγορά εισέρχεται σε φάση σταθεροποίησης, χωρίς όμως να χάνει τη δυναμική της. Το σύνολο της επιβατικής κίνησης (αφίξεις – αναχωρήσεις, εσωτερικού – εξωτερικού) για το διάστημα Ιανουαρίου – Ιουνίου στο μεγαλύτερο αεροδρόμιο της χώρας παραμένει ανοδικό με 15,75 εκατομμύρια επιβάτες, στο +4,5% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Συγκεκριμένα για το κομμάτι των διεθνών αφίξεων, ενώ η χρονιά ξεκίνησε ανοδικά στον ΔΑΑ, από τον Απρίλιο και μετά οι διεθνείς αφίξεις έχουν κινηθεί πτωτικά (-4,8% τον Απρίλιο, -7,9% τον Μάιο και -6,3% τον Ιούνιο), ως απόρροια της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Η δε Θεσσαλονίκη συνεχίζει να ενισχύει τη θέση της: το αεροδρόμιο της συμπρωτεύουσας, υπό τη διαχείριση της Fraport Greece, κατέγραψε στο α’ φετινό εξάμηνο αύξηση 5,6% στις διεθνείς αφίξεις με 1,24 εκατομμύριο ταξιδιώτες, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική της πόλης ως προορισμού city break για σύντομες αποδράσεις και ως πύλης εισόδου για τη Βόρεια Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο για τον Ιούνιο, το «Μακεδονία» είχε διψήφιο ποσοστό ανόδου των διεθνών αφίξεων κατά 10% ξεπερνώντας τις 307.000, με αυξημένη κίνηση από αγορές όπως το Ισραήλ, η Πολωνία, η Ιταλία και η Γερμανία, λόγω των απευθείας πτήσεων.
Συνολικά για την Ελλάδα η ΕΤC διαπιστώνει ότι η τουριστική δαπάνη έχει αυξηθεί μέχρι στιγμής φέτος ταχύτερα από τις αφίξεις, κάτι που προκύπτει και από τα επίσημα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος με άνοδο κατά 25,8% των ταξιδιωτικών εισπράξεων στο α’ πεντάμηνο του έτους, στα 5,32 δισ. ευρώ, έναντι της αντίστοιχης 20,9% που κατέγραψαν οι αφίξεις, στα 8,57 εκατομμύρια, την ίδια περίοδο, ενισχύοντας την προστιθέμενη αξία του ελληνικού τουρισμού. Οπως επίσης βεβαιώνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ταξιδίων, η ευρωπαϊκή αγορά μεταβάλλεται, οι ταξιδιώτες γίνονται πιο επιλεκτικοί και εν μέσω ακρίβειας και πληθωριστικών πιέσεων δίνουν πλέον μεγαλύτερη βαρύτητα στις τιμές, το λεγόμενο «value for money», δηλαδή τη σχέση ποιότητας – τιμής, στην ασφάλεια και την ευκολία πρόσβασης.
Η Ελλάδα μέχρι στιγμής φαίνεται να ανταποκρίνεται στις νέες αυτές απαιτήσεις, όμως ο ανταγωνισμός μεταξύ των μεσογειακών προορισμών εντείνεται. Για το υπόλοιπο του έτους εκτιμά ότι «τα ταξίδια αναψυχής θα παραμείνουν προτεραιότητα, παρά τη συνεχιζόμενη οικονομική αβεβαιότητα. Στις βασικές ευρωπαϊκές αγορές προέλευσης (Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Ιταλία κ.ο.κ.) οι δαπάνες για ταξίδια αναψυχής προβλέπεται να διατηρηθούν σταθερές, αντιστοιχώντας στο 13% της συνολικής καταναλωτικής δαπάνης το 2026, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο 8,5%. Παράλληλα, στις κύριες αγορές εκτός Ευρώπης το αντίστοιχο ποσοστό αναμένεται να αυξηθεί οριακά, από 7,5% το 2025 σε 7,7% φέτος».
Ωστόσο, «την ίδια στιγμή, οι ταξιδιώτες γίνονται ολοένα και πιο ευαίσθητοι στις τιμές», όπως αναφέρεται, αφού στην τελευταία έρευνα για λογαριασμό της ETC ένας στους δύο Ευρωπαίους ερωτηθέντες (48%) θεωρεί ότι η προσιτή τιμή και η σχέση ποιότητας – τιμής αποτελούν το σημαντικότερο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για ταξίδια εντός Ευρώπης. Η εξέλιξη αυτή προμηνύει αυξημένο ανταγωνισμό, «με τους προορισμούς που ανταποκρίνονται καλύτερα στον προϋπολογισμό και τις προτιμήσεις των ταξιδιωτών να βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση για την προσέλκυση της ζήτησης».

