Η Αρχαιολογική Υπηρεσία αυστηρή με τους πολίτες και ανεκτική με τις δικές της …παραλείψεις
Το πράσινο προκάτ κτήριο στο λόφο του Μόντε Σμιθ, μια «ασύμμετρη παρέμβαση», όπως την χαρακτήρισε ο πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων, Κώστας Πασχαλίδης, ανέδειξε με τον πιο ηχηρό τρόπο το πώς η ίδια η Αρχαιολογία αντιλαμβάνεται (ή παραβλέπει) την ιερότητα των αρχαιολογικών χώρων. Παρά τις έντονες αντιδράσεις, η κατασκευή-έκτρωμα εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί, λειτουργώντας ως μνημείο όχι μόνο κακογουστιάς, αλλά και εξόφθαλμης παραβίασης θεμελιωδών αρχών και αξιών που αποτελούν πλήγμα για την ίδια την πολιτιστική μας κληρονομιά.
Η τοποθέτηση ενός προκατασκευασμένου «βιοτεχνικού» κτηρίου μέσα σε αρχαιολογική ζώνη δεν είναι απλώς μια τυπική παράλειψη ή ένα ακόμη διοικητικό λάθος. Συνιστά προσβολή στον πολιτισμό και την κοινή λογική (αν μη τι άλλο). Πρόκειται προφανέστατα για ένα απτό παράδειγμα της εγκατάλειψης κάθε έννοιας υπευθυνότητας και σεβασμού. Στην καρδιά ενός από τα πιο εμβληματικά σημεία της Ρόδου, στο Μόντε Σμιθ, η ίδια η Πολιτεία και μάλιστα η υπηρεσία που έχει την υποχρέωση να προστατεύει την πολιτιστική μας κληρονομιά (!) προχώρησε σε μια ενέργεια που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως θεσμική ασέβεια.
Δεν πρόκειται για πρωτοβουλία κάποιου ιδιώτη. Η ίδια η Αρχαιολογική Υπηρεσία (Εφορεία Αρχαιοτήτων), η οποία όφειλε να διασφαλίζει την ακεραιότητα του χώρου, είναι αυτή που υλοποίησε το έργο. Η πράξη αυτή πέρασε από θεσμικά φίλτρα που σε άλλες περιπτώσεις, εξαντλούν την αυστηρότητά τους σε πολίτες για πολύ μικρότερες παρεμβάσεις. Όταν όμως παραβάτης ο είναι το ίδιο το κράτος, φαίνεται πως όλα …επιτρέπονται.
Η συγκερκιμένη κατασκευή δεν «τραυματίζει» μόνο την εικόνα του αρχαιολογικού χώρου. Εκφράζει πλήρη απουσία σοβαρότητας, αισθητικής αντίληψης και θεσμικής υπευθυνότητας από εκείνους που όφειλαν να υπερασπιστούν τον χώρο. Αν ένας ιδιώτης είχε προχωρήσει σε κάτι ανάλογο, θα είχε βρεθεί αντιμέτωπος με αυστηρές διοικητικές και ποινικές κυρώσεις. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, ο ίδιος ο θεματοφύλακας του νόμου είναι ο παραβάτης. Και αυτό ακριβώς είναι το πιο προκλητικό στοιχείο της υπόθεσης.
Η ίδια αυτή υπηρεσία που με τις επιλογές και τις ενέργειές της έχει κατορθώσει να θέσει σε σοβαρή αμφισβήτηση το κύρος και την αξιοπιστία της, εμφανίζεται έτοιμη να υψώσει το δάχτυλο και να «διορθώσει» τρίτους. Ακυρώνει ή μπλοκάρει επενδύσεις ιδιωτών οι οποίες συμβάλλουν ουσιαστικά στην αναβάθμιση της εικόνας του νησιού, προσφέροντας υψηλής ποιότητας υπηρεσίες και σεβασμό στο περιβάλλον και στην ιστορία του τόπου. Όλα αυτά συμβαίνουν με πρόσχημα το γράμμα του νόμου, το οποίο ερμηνεύει με απόλυτη αυστηρότητα, εξαντλώντας κάθε δυνατό όριο ελέγχου (ή πολλές φορές υπερβαίνοντάς το).
Δύο μέτρα και δύο σταθμά. Αυτό είναι το μήνυμα που περνά στην κοινωνία… Άλλοι τιμωρούνται παραδειγματικά για την παραμικρή λεπτομέρεια, ενώ οι ίδιοι οι θεσμοί μπορούν να ενεργούν κατά βούληση, ακόμη και εις βάρος του ίδιου του πολιτισμού που υποτίθεται πως υπερασπίζονται. Είναι λογικό, μετά από όλα αυτά, να δημιουργείται αγανάκτηση, αίσθημα αδικίας και βαθιά δυσπιστία απέναντι σε μια διοίκηση που δεν εφαρμόζει τον νόμο με την ίδια ζυγαριά για όλους.
Και η νοοτροπία με την οποία η ίδια η Αρχαιολογική Υπηρεσία αντιμετωπίζει τον Πολιτισμό δεν περιορίζεται σε ένα μεμονωμένο περιστατικό. Συναντάται παντού. Ακόμη και στην ιστορική Τάφρο, που αντί να αποτελεί μια καταπράσινη όαση στο κέντρο της πόλης, έχει μετατραπεί σε έναν άνυδρο και αφιλόξενο χώρο. Η Τάφρος, ένα από τα σημαντικότερα μνημεία για τη Ρόδο προσελκύει κάθε χρόνο χιλιάδες επισκέπτες. Το φετινό καλοκαίρι όμως, όσοι την επισκέπτονται διαπιστώνουν με απογοήτευση την έλλειψη φροντίδας, την εγκατάλειψη.
Την ίδια αδιαφορία συναντά κανείς σχεδόν σε κάθε αρχαιολογικό χώρο στη Ρόδο, με τα σημάδια εγκατάλειψης να είναι αλλού περισσότερο και άλλού λιγότερο έντονα. Αν υπήρχε στοιχειώδης μέριμνα, θα είχαν εντοπίσει έγκαιρα τη συκιά που φύτρωσε στο πίσω μέρος της Θαλασσινής Πύλης, της ομορφότερης εισόδου στην Παλιά Πόλη της Ρόδου και συγκεκριμένα στον έναν από τους δύο ημικυλινδρικούς πύργους, απειλώντας να προκαλέσει σοβαρή φθορά στο μνημείο. Όσο για τα αγριόχορτα που έχουν κατακλύσει τα τείχη, καλύτερα να μην ανοίξει καν αυτή η συζήτηση.
Γενικότερα, το πρόβλημα είναι πως ο ίδιος ο Πολιτισμός απαξιώνεται από την υπηρεσία που έχει θεσμική αρμοδιότητα και υποχρέωση να τον προστατεύει και να τον αναδεικνύει.
Προσπαθώντας να πείσει για τη σοβαρότητα και την επάρκειά της, η Αρχαιολογία, στρέφει την αυστηρότητά της ενάντια σε πολίτες και σε σημαντικές επενδύσεις που προσφέρουν προστιθέμενη αξία στον τόπο. Ερμηνεύει τον νόμο με εξοντωτική αυστηρότητα, την ώρα που εθελοτυφλεί μπροστά στα δικά της «σφάλματα». Προφανώς, αυτή δεν είναι η σωστή και ενδεδειγμένη οδός για να αποκαταστήσει το χαμένο της κύρος. Οι πολίτες δεν είναι αφελείς. Βλέπουν, κρίνουν και αντιλαμβάνονται πλήρως την πραγματικότητα…

